ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ ΔΙΑΒΑΖΑ το βιβλίο ενός ιστορικού που λεγόταν Ερνστ Γκόμπριχ και το οποίο λέγεται Μια μικρή ιστορία του κόσμου και περιέχει αυτό που λέει ο τίτλος: την ιστορία του κόσμου τα τελευταία έξι χιλιάδες χρόνια, γραμμένη πολύ συνοπτικά και με γλώσσα απλή, για παιδάκια. Είναι πολύ ωραίο. Σήμερα, πηγαίνοντας προς την Κηφισιά, διάβασα την ιστορία του Φρειδερίκου του 2ου, του Χοενστάουφεν, που ήταν αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από το 1220 μέχρι το 1250 και ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος που ήξερε έξι γλώσσες, οργάνωσε ένα μεγάλο κομμάτι της Αυτοκρατορίας με δομές και γραφειοκρατίες, και έκανε και την πιο καταπληκτική Σταυροφορία απ’ όλες, την έκτη, κατά την οποία πήγε με το στρατό στην Ιερουσαλήμ κι αντί να σφάξει τους Άραβες κάθισε μαζί τους και τα κουβέντιασαν και τα βρήκαν και τους έπεισε να του δώσουν την πόλη πίσω. Ήταν τόσο καταπληκτικός, που ο Πάπας τον αφόρισε δύο φορές. Ήταν κρίμα που είχα περάσει τη ζωή μου ως τώρα χωρίς να ξέρω ότι υπήρξε.

 

Η διαφημιστική εταιρεία στην οποία δουλεύει ο αδερφός μου στεγάζεται σ’ ένα κτήριο γραφείων που αρχικά είχε κατασκευαστεί ως κτήριο διαμερισμάτων, αλλά μάλλον δεν πήγε καλά το σχέδιο, γιατί κανένας δεν ήθελε να νοικιάσει διαμέρισμα σ’ ένα κτήριο που έμοιαζε με κτήριο γραφείων.

Ο αδερφός μου λέγεται Φίλιππος και είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερος από μένα και είναι πιο κοντός και πιο παχουλός και πια φαλακρός, καθώς το τάλιρο στο πίσω μέρος του κεφαλιού του μεγάλωσε αρκετά, για να συναντήσει το ολοένα επεκτεινόμενο μέτωπο. Κατά τα άλλα μου μοιάζει πολύ. Κανείς μας δε μοιάζει ιδιαίτερα με τον πατέρα μας και αυτό είναι καλό. Αν μπορώ να κρίνω απ’ τις φωτογραφίες της μάνας μας, δε μοιάζουμε ούτε μ’ εκείνη, και αυτό είναι κρίμα.

Ο Φίλιππος είναι executive vice president και ταυτόχρονα creative director στη διαφημιστική εταιρεία και θα ήθελα εδώ να πω ότι τη θέση του και την καριέρα του και την επιτυχία του την οφείλει στις ιδέες μου για τον Τάκη Πατατάκη από την Κρήτη, αλλά αυτό δε θα ήταν ακριβές. Ο φίλος μου ο Νικήτας μου τα έχει εξηγήσει ως εξής: Ο διαπλεκόμενος ιδιοκτήτης της εταιρείας, τον οποίο μπορεί να ξέρεις από την ενασχόλησή του με τα αθλητικά, πέρα από την τσιγγουνιά του και τις ύποπτες διασυνδέσεις με παραδικαστικά κυκλώματα, λαθρεμπορία καυσίμων, απευθείας αναθέσεις δημοσίων έργων και γενικά οτιδήποτε εμφανίζεται για ένα φεγγάρι στις εφημερίδες ως σκάνδαλο και μετά εξαφανίζεται και κανείς δε μαθαίνει τελικά τι έγινε, είναι γνωστός και για κάτι άλλο: Δε θέλει να προσλαμβάνει σε θέσεις ευθύνης έξυπνους ανθρώπους, γιατί φοβάται ότι είτε θα του κάνουν κακό είτε ότι στην καλύτερη περίπτωση θα μάθουν τη δουλειά και τα κόλπα και θα φύγουν για να φτιάξουν δικές τους ανταγωνιστικές εταιρείες. Έτσι σε όλες τις δουλειές του συνήθως προσλαμβάνει τους φίλους του, κι επειδή έχει πολλές δουλειές και οι φίλοι του, όσο πολλοί και πρόθυμοι κι αν είναι, προφανώς δε φτάνουν, στις θέσεις που περισσεύουν προσλαμβάνει βλάκες.

Αυτή, όπως έχω μάθει κι από τη δική μου μικρή εμπλοκή με τα μίντια, είναι κοινή πρακτική στην αγορά. Γι’ αυτό υπάρχουν τόσο πολλά αφεντικά εκεί έξω που είναι βλάκες: γιατί τους προσέλαβαν άνθρωποι που φοβούνται να προσλάβουν έξυπνους.

Ο αδερφός μου δεν είναι ακριβώς βλάκας και δεν είναι κακός άνθρωπος, απλά δεν του αρέσει καθόλου να έχει ευθύνες και η ζωή του είναι ένας διαρκής αγώνας για να μην αποκτήσει ποτέ ευθύνες κι αν τύχει ευθύνες να του φορτωθούν με κάποια σκοτεινή στροφή της τύχης, η αποστολή του είναι να τις σκοτώσει και να εξαφανίσει το πτώμα τους πριν καταλάβει κανείς ότι λείπουν.

Αυτό θα μπορούσε κάποιος μερικές φορές να το εκλάβει ως βλακεία.

Δεν τον επισκέπτομαι συχνά στο γραφείο του, γιατί δεν έχουμε και πολύ στενή σχέση. Προτιμώ να τον βλέπω στο σπίτι του, όταν πρέπει, για να παίζω με τ’ ανίψια μου και να μη χρειάζεται να μιλάμε πάρα πολύ. Αλλά σήμερα το πρωί μπήκε στον κόπο να μου στείλει SMS για να πάω να τον δω, και αυτό είναι σπάνιο, καθώς δεν ξέρει καλά πώς λειτουργεί το πανάκριβο κινητό του, μπερδεύεται με την οθόνη και τα applications, γι’ αυτό πρέπει να ταλαιπωρήθηκε πολύ για να μου στείλει το SMS, οπότε μάλλον ήταν μεγάλη ανάγκη να πάω να τον δω.

Απ’ ό,τι αποδείχτηκε, ήθελε να μιλήσουμε για την οικονομία. Και επίσης για να με πείσει να πιάσω δουλειά στην εταιρεία του ως μαθητευόμενος κειμενογράφος, τζάμπα.

«Εμ, βέβαια», είπε ο αδερφός μου μόλις κάθισα, σχολιάζοντας το πολιτικό γίγνεσθαι. «Τι νομίζεις ότι συζητάγαν πέντε ώρες εκεί μέσα, πώς θα σώσουν τη χώρα; Όχι. Συζητάγαν πώς θα παρουσιάσουν τα μέτρα του Μνημονίου για να μην τους πάρουν με τα γιαούρτια. Πώς θα τα παρουσιάσουν ως νίκη. Και μετά τι νομίζεις ότι κάνουν; Κάθονται και κοιτάνε τι λένε τα κανάλια, για ν’ αποφασίσουν πώς θα τα παρουσιάσουν αύριο».

Η οθόνη της τηλεόρασης στο γραφείο του έγραφε ότι η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών αναβλήθηκε για αύριο. Ο Φίλιππος το θεώρησε αυτό επιβεβαίωση όσων έλεγε.

Το γραφείο του βρίσκεται στο δεύτερο όροφο του κτηρίου κι έχει ένα παράθυρο με καφετιά επίστρωση που χρωματίζει το φως του ήλιου που το διαπερνά, και έτσι στο γραφείο του αδερφού μου είναι σαν να είναι μόνιμα απόγευμα. Έχει μέσα έναν κόκκινο καναπέ που ανοίγει και γίνεται κρεβάτι –μια ιδιότητα περιττή θέλω να πιστεύω–, ένα γραφείο μ’ έναν υπολογιστή, ένα ράφι με παλιά περιοδικά και τσάγια απ’ όλο τον κόσμο κι ένα μαυροπίνακα όπου είναι γραμμένα με κιμωλία ονόματα εταιρειών και δίπλα λέξεις όπως «spec», «production», «Facebook page». Κάτω από την οθόνη του βρίσκεται ένα παλιό βίντεο, αυτό που είχαμε παιδιά στο σπίτι. Θυμάμαι τον πρώτο αγώνα που είχαμε γράψει σ’ αυτό: ο τελικός του Μουντιάλ του 1986, Αργεντινή-Γερμανία. Θυμάμαι ότι υποστήριζα τη Γερμανία και επίσης ότι στο κέντρο του γηπέδου υπήρχε μια γιγάντεια σκιά στο σχήμα της αράχνης. Το βίντεο δε λειτουργούσε πια. Ο Φίλιππος το χρησιμοποιεί για βάση της οθόνης, για να μη σκύβει.

«Κοίτα», μου είπε, «δεν τη γλυτώνουμε την πτώχευση. Αυτό πρέπει να το πάρουμε απόφαση».

Δεν είχα πει το αντίθετο.

«Το θέμα είναι τι κάνουμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τα νέα δεδομένα».
«Ο Νικήτας θέλει να φτιάξουμε μια startup», είπα.
«Ξέρει από κομπιούτερ ο Νικήτας;»
«Όχι».
«Και τι θα φτιάχνετε;»
«Αυτό ψάχνουμε».
«Δεν είναι εύκολα αυτά τα πράγματα».
«Το ξέρω».
«Δεν είναι εποχές για ανοίγματα και χαζολογήματα».
«Δεν είναι».
«Εσύ όμως χαζολογάς εδώ και, πόσο, έξι μήνες, εφτά;»
«Δε χαζολογάω».
«Τι κάνεις;»

Δεν του είπα ότι γράφω ένα βιβλίο. Δεν του είπα τίποτα.

«Σήμερα απολύσαμε άλλα δυο παιδιά», είπε ο αδερφός μου. «Τον άλλο μήνα ίσως χρειαστεί να απολύσουμε κι άλλα. Δεν έχουμε να τα πληρώσουμε και σε λίγο δε θα έχουμε ούτε για να δώσουμε αποζημιώσεις σ’ αυτούς που απολύουμε. Αλλά υπάρχει δουλειά εδώ. Η δουλειά δε σταματάει. Πρέπει να μπεις σε κάποια δουλειά, να είσαι κάπου, ώστε όταν γυρίσει η κατάσταση, ν’ αρχίσεις να επωφελείσαι».
«Δε θα γυρίσει η κατάσταση».
«Δεν μπορεί να μη γυρίσει. Θα γυρίσει».
«Θα γυρίσει σε δέκα χρόνια».
«Δεν το ξέρεις αυτό».
«Δε θα είμαι μαθητευόμενος κειμενογράφος για δέκα χρόνια».
«Και τι θα είσαι; Κάτι πρέπει να είσαι».
«Το ψάχνω».
«Πώς το ψάχνεις;»
«Παθητικά».
«Δηλαδή δεν το ψάχνεις».
«Το ψάχνω. Περιμένω να μου συμβεί. Όπως μου συνέβη να γίνω δημοσιογράφος».
«Τώρα όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα, που κάθεσαι και σου ’ρχονται δουλειές. Τώρα δεν υπάρχουν αρκετές δουλειές ούτε γι’ αυτούς που ψάχνουν».
«Άρα τι νόημα έχει να ψάξω;»
«Αυξάνεις τις πιθανότητες».
«Μα εσύ δε μου λες να ψάξω, μου λες να δεχτώ αυτό που μου προτείνεις, κάτι που δεν έψαξα, κάτι που μου ήρθε ενώ περίμενα παθητικά. Σωστά;»

Δεν απάντησε. Συνέχισα.

«Σωστά. Οπότε αν συνεχίσω την παθητική αναμονή, μπορεί κάποιος να μου προτείνει κάτι που να μου αρέσει και να με πληρώνει. Ή μπορεί όχι. Κανείς δεν ξέρει».
«Δεν μπορείς να περιμένεις για πάντα. Τα λεφτά σου θα τελειώσουν».
«Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα που λύνεται μ’ αυτό που μου προτείνεις».
«Δε γίνεται αλλιώς, όμως. Έτσι γίνεται, έτσι ξεκινάνε όλοι».

Ο Φίλιππος δεν είχε ξεκινήσει έτσι.

 

Ο Φίλιππος ήταν ένας απόμακρος μεγάλος αδερφός. Ποτέ δεν παίζαμε μαζί και ποτέ δεν είχαμε κοινά ενδιαφέροντα, όχι μόνο επειδή είχαμε πολύ μεγάλη διαφορά ηλικίας (και με τον Νικήτα έχω μεγάλη διαφορά ηλικίας), αλλά και επειδή είχα πάντα την εντύπωση ότι δε με συμπαθούσε πολύ. Δεν μπορώ να μαντέψω την αιτία και ποτέ δεν το συζήτησα μαζί του –δεν είμαστε τέτοιου τύπου οικογένεια–, αλλά αυτή την εντύπωση έχω. Χάσαμε τη μάνα μας όταν εγώ ήμουν τεσσάρων κι αυτός δεκατεσσάρων. Εγώ δεν είχα πάρει χαμπάρι τι γίνεται, αλλά αυτός είχε ζήσει όλη την επώδυνη ιστορία της αρρώστιας της και των θεραπειών και της επιδείνωσης και της νοσηλείας σε μια ηλικία όχι καλή για τέτοια πράγματα. Μια ηλικία που δεν είναι καλή για τίποτα, μάλλον. Μπορεί να φταίει κι αυτό, με κάποιον τρόπο.

Σπούδασε ΜΜΕ στο Πάντειο και είχε δουλέψει και σε μιαν εφημερίδα στα ξεκινήματά του, αλλά όταν προέκυψε η ευκαιρία να πάει να γίνει κειμενογράφος σε διαφημιστική δε δίστασε, επειδή νόμιζε ότι εκείνη η δουλειά θα έχει λιγότερες ευθύνες. Ήταν οι καλές εποχές, της αφθονίας, λεφτά υπήρχαν παντού. Κανείς δε δούλευε τζάμπα τότε. Μετά τον Τάκη Πατατάκη είχε πάρει μια γερή προαγωγή και ένα μισθό που εξακολουθεί να μου φαίνεται εξωφρενικός, ή μάλλον πλέον μου φαίνεται πιο εξωφρενικός. Ζει σε μια μονοκατοικία στη ρεματιά Χαλανδρίου με την πεθερά του, δυο παιδιά και τη γυναίκα του. Οδηγεί ένα τζιπ στο οποίο μπαίνει σκαρφαλώνοντας.

Τη γυναίκα του τη λένε Φανή και είναι χοντρή και άσχημη και ο πιο γλυκός και υπομονετικός άνθρωπος που υπάρχει στη Γη. Είναι σαράντα χρονών, είναι μονίμως χαμογελαστή και είναι μια σχεδόν τέλεια σφαίρα. Θα ήθελα να μπορώ να πω ότι αν έχανε βάρος θα ήταν μια γλυκιά και όμορφη κοπέλα, μα θα ήταν ψέμα. Το πρόσωπό της είναι πλατύ και στρογγυλό κι έχει ένα δυσάρεστο πλεόνασμα σάρκας, το οποίο συσσωρεύεται κι απλώνεται γύρω από κάθε χαρακτηριστικό (μάτια, μύτη, αφτιά) ανεξέλεγκτα, ακατάσχετα, με αυθάδεια. Όταν της φιλάω το μάγουλο, η μούρη μου βυθίζεται σ’ ένα μαλακό πολτό από τσιτωμένο δέρμα και λίπος. Αλλά είναι μια αγία.

Ξέρω ότι τα παιδιά της, ο Νώντας κι ο Αντώνης, είναι δυο ανυπόφορα κωλόπαιδα, 8 και 10 ετών, τα οποία λατρεύω και λατρεύω να πειράζω, αλλά αν τα είχα στο σπίτι μου για περισσότερες από τέσσερις ώρες θα τα σφήνωνα στην καμινάδα και θα έκλεινα το πορτάκι και δε θα τα έβρισκε κανείς, μέχρι που κάποιοι επόμενοι ενοικιαστές, χρόνια αργότερα, όταν η Ελλάδα θα έχει πια επιστρέψει στην εποχή του χαλκού, θα δοκίμαζαν ν’ ανάψουν το τζάκι, θ’ άνοιγαν το πορτάκι και, τσουπ, θα έπεφτε στο τούβλο μια συστάδα από μουμιοποιημένα παιδικά κόκκαλα.

Τους την έχω περιγράψει ακριβώς αυτή τη σκηνή, για να είναι προετοιμασμένα.

Ξέρω επίσης ότι η γιαγιά τους είναι μια ύπουλη και κακιασμένη στρίγγλα που μισεί έντονα και αδιάκριτα οτιδήποτε υπάρχει σ’ αυτή τη Γη και πιο πολύ απ’ όλους εμένα, και αμέσως μετά τον αδερφό μου.

Ξέρω επίσης ότι ο αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος κακομαθημένος και τεμπέλης, που ζει σαν να έχει διαλέξει δώδεκα συγκεκριμένα πράγματα που θέλει να κάνει σ’ ολόκληρη τη ζωή του και αρνείται να κάνει οτιδήποτε άλλο. Κι όμως η Φανή τον αντέχει και τον αγαπάει και τον φροντίζει και φροντίζει και τη μάνα της και κουλαντρίζει και τα κωλόπαιδα που έχουν γι’ αυλή τη ρεματιά Χαλανδρίου, ένα μέρος γεμάτο με εκατομμύρια τρόπους να κάνουν πράγματα που δεν πρέπει, ή και να αλληλοσκοτωθούν.

Ο αδερφός μου έχει μια φωτογραφία της δίπλα στον υπολογιστή του. Κοιτάζει την κάμερα χαμογελαστή, μ’ ένα τρισχαριτωμένο κωλόπαιδο δίπλα σε κάθε στρουμπουλό μάγουλο.

Του είπα την ιστορία για τους γέρους που λήστεψαν στην πολυκατοικία. Μου είπε για τους τρελούς που έρχονται και βρίζουν τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ που ζουν στη γειτονιά του. Στην τηλεόραση μιλούσε ένας νεαρός κύριος με το ατυχές όνομα Αμαντέου Αλταφάζ.

 

Το μυαλό μου σκέφτεται συνέχεια και με περίεργους τρόπους και σήμερα, καθώς καθόμουν στο γραφείο του αδερφού μου και ρούφαγα προσεχτικά το καυτό τσάι απ’ όλο τον κόσμο και βλέπαμε τα πολιτικά, το μυαλό μου πήγε από μόνο του σ’ ένα φαντάρο που ήξερα στο Σουφλί, ο οποίος μου γνώρισε μια κατηγορία αντρών που δεν ήξερα ως τότε ότι υπήρχε: τους άντρες που παντρεύονται άσχημες γυναίκες. Ο φαντάρος που ήξερα στο Σουφλί, του οποίου το όνομα έχω ξεχάσει, ήταν ένα παιδί γνήσιο, λαϊκό, με τους μεγαλύτερους τρικέφαλους που έχω δει ποτέ εκτός σινεμά. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος και μόνιμα ηλιοκαμένος και, το πιο σημαντικό, είχε αυτή την περίεργη γοητεία, που δεν είναι ακριβώς γοητεία, είναι κάτι άλλο, κάτι άυλο και δύσκολο να περιγραφεί, την παρουσία του οποίου καταλαβαίνουν μόνο οι γυναίκες και οι άντρες που δεν το έχουν. Αυτός το είχε. Τους τρεις μήνες που συμπέσαμε στο στρατόπεδο πήδηξε μια ΕΠΟΠ στο νοσοκομείο του Διδυμότειχου, μια περιπτερού στο Σουφλί –η οποία ήταν παντρεμένη με υπολοχαγό στο δικό μας το στρατόπεδο– και την υπάλληλο του βίντεο κλαμπ από το οποίο νοικιάζαμε DVD.

Αυτές οι τρεις ήταν πιθανότατα οι μόνες όμορφες γυναίκες που είδα στη θητεία μου στον Έβρο, πολύ πάνω απ’ τη γραμμή. Τέτοιος τύπος ήταν ο φαντάρος με τους τρικέφαλους.

Μια μέρα που είχε μείον δεκαεφτά βαθμούς και η ατμόσφαιρα ήταν τόσο ξηρή που το χιόνι σχημάτιζε θίνες στους δρόμους, ήμασταν και οι δύο με έξοδο, κι εγώ καθόμουν στο Ίντερνετ-καφέ και χάζευα και μου έστειλε μήνυμα να τον συναντήσω στην καφετέρια που συχνάζαμε, απέναντι απ’ το στρατιωτικό νοσοκομείο, για να γνωρίσω την αρραβωνιαστικιά του.

Την αρραβωνιαστικιά του θυμάμαι πώς τη λέγαν. Τη λέγαν Λίνα. Ήταν ψηλή, μ’ ένα σώμα ασύμμετρο, πολύ λεπτό κορμό και φουσκωμένους γοφούς, ένα οστεώδες, μακρόστενο πρόσωπο γεμάτο γωνίες, που φάρδαινε όσο κατέβαινες προς το πιγούνι, πλακουτσή μύτη, μαλλιά κατσαρά, μακριά, αραιά, με μια χωρίστρα τόσο άδεια που άγγιζε τα όρια της καράφλας. Δεν ήταν απλά ότι δεν του ταίριαζε. Δεν ήταν μόνο το αισθητικό θέαμα, που ήταν λάθος. Ήταν ένα χάλι μαύρο, η καημένη. Η φύση τής είχε παίξει άσχημο παιχνίδι. Ήταν ντροπαλή και νευρική και δε θυμάμαι τι είπαμε τότε, αλλά θυμάμαι τι είπαμε με τον αρραβωνιαστικό της κάποιες μέρες αργότερα.

Δεν ξέρω πώς το είχε φέρει η κουβέντα και πώς είχα βρει το θάρρος να την κάνω την ερώτηση, αλλά η αντίδρασή του ήταν πολύ άνετη, σαν να το είχε ξανακούσει πολλές φορές, σαν να είναι μια απορία φυσιολογική.

«Δε θα ’θελα να παντρευτώ μια από αυτές τις γκόμενες που μου κάθονται», μου είχε εξηγήσει. «Αυτές είναι μόνο για ένα πήδημα και φεύγα. Άσε που είτε τις παντρευτείς είτε όχι όλοι θα τους την πέφτουν. Δε θέλουν πολύ αυτές να σ’ το φορέσουν το κέρατο. Εγώ θέλω μια γυναίκα τίμια, να μου φροντίζει το σπίτι και να μου προσέχει τα παιδιά».
«Και με το πήδημα;»
«Τι με το πήδημα;»
«Όλες αυτές τις γκόμενες που σου κάθονται πώς θα τις κόψεις; Πώς θ’ αντέξεις;»

Με κοίταξε, θυμάμαι, σαν να του μιλάω κινέζικα. Το χιόνι χόρευε στις θίνες του απ’ έξω.

«Γιατί να τις κόψω; Δε θα τις κόψω. Πάντα θα τις γαμάω αυτές. Δεν έχει να κάνει».

Υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι εκεί έξω. Αν βλέπεις ποτέ πολύ όμορφους άντρες με πολύ άσχημες γυναίκες, τώρα ξέρεις. Δεν είναι ζιγκολό οι άνθρωποι. Δεν είναι πλούσιες αυτές ή πάρα πολύ έξυπνες ή με πολύ πλούσιο εσωτερικό κόσμο. Είναι πιθανό να είναι γάμοι κανονικοί αυτοί, από αυτούς που κρατάν πολύ, με αγάπη μέσα και κουτσούβελα. Απλά ο κύριος ταυτόχρονα πηδάει κι ό,τι άλλο βρει.

Ήμουν ωστόσο σίγουρος ότι ο αδερφός μου δεν ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία. Έτσι το σκέφτηκα. Δεν είναι το ότι έχει στρογγυλέψει απ’ τα χρόνια κι έχει και τη φαλακρίτσα του –άλλωστε έχει λεφτά, ό,τι θέλει μπορεί να κάνει πάνω σ’ αυτό το θέμα–, απλά είναι η ευθυνοφοβία του, αυτή η έμφυτη ανικανότητα ν’ αναλάβει καθήκοντα που χρειάζονται κάποιας μορφής προσπάθεια και δέσμευση, που θα έκανε το όλο εγχείρημα –το κέρατο– ανέφικτο. Το τι υπάρχει στο μυαλό των ανθρώπων είναι ένα μυστήριο. Το πώς φτιάχνουν τις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους είναι ένα μυστήριο επίσης.

 

Φεύγοντας, εξουθενωμένος απ’ την ανώφελη κουβέντα, με τη γλώσσα μου τσουρουφλισμένη απ’ το τσάι απ’ όλο τον κόσμο, είπα στον Φίλιππο ότι θα περάσω από το σπίτι να τους δω μια από τις επόμενες μέρες και μετά πέρασα από το γραφείο του Νικήτα, ο οποίος δεν ανεβαίνει στην Κηφισιά σχεδόν ποτέ, αλλά έχει ένα μέρος να κάθεται όποτε το θυμάται –συνήθως για να δει την κοπέλα του, που δουλεύει κι αυτή εκεί– και το γραφείο του το μοιράζεται με μια κοπελίτσα που δεν είναι πολύ όμορφη, αλλά έχει σκουλαρίκι στη γλώσσα και μου αρέσει να την κοιτάζω και να σκέφτομαι τη γλώσσα της. Ο Νικήτας έλειπε. Η γλώσσα της δε βγήκε απ’ το στόμα της ούτε στιγμή καθώς μου το έλεγε. Μόλις βγήκα από το κτήριο, άρχισε να ψιχαλίζει.

Περπατώντας προς το σταθμό του τρένου παραλίγο να με πατήσουν διαδοχικά μια ασημένια Porsche Cayenne με φιμέ τα πίσω τζάμια και ένα ασυνήθιστο Range Rover με χρώμα μαύρο ματ και κίτρινες, αγγλικές πινακίδες και φιμέ όλα του τα τζάμια, ακόμα και του παρμπρίζ. Μου αρέσει να περπατώ στην Κηφισιά, γιατί είναι ένα μέρος που έχει πράγματα να δεις και μέρη να καθίσεις και ταυτόχρονα έχει και κάτι άλλο απαραίτητο για το περπάτημα: πεζοδρόμια. Αλλά τα αυτοκίνητα κι εκεί τα οδηγούν όπως οπουδήποτε αλλού, δεν υπάρχει διαφορά.

Μόλις μπήκα στο τρένο, άρχισε η κανονική βροχή. Ήθελε ακόμα αρκετή ώρα για να νυχτώσει, αλλά ο ουρανός είχε μαυρίσει από σύννεφα βαριά, πολύ χαμηλά, πολύ φορτωμένα. Οι σταγόνες έπεφταν με τόση ορμή πάνω στα παράθυρα του βαγονιού, που καθεμιά έμοιαζε να διαλύεται σε μόρια, σε άτομα. Μετά άρχισε να βρέχει περισσότερο και οι σταγόνες δε διακρίνονταν πια η μία από την άλλη και ήταν σαν κάποιος να χύνει κουβάδες με νερό στο βαγόνι, κι όχι από ψηλά, από πλάγια. Ο ουρανός φεγγοβολούσε πότε-πότε. Οι βροντές πνίγονταν από το θόρυβο του τρένου. Οι άνθρωποι στο τρένο έμοιαζαν φοβισμένοι και ανήσυχοι. Δεν είχα ομπρέλα μαζί μου.

Έφτασα στο σταθμό Ειρήνη και κατέβηκα από το τρένο και περίμενα για λίγο στο υπόστεγο, όπου ήταν και τα εκδοτήρια των εισιτηρίων, μα η βροχή δεν κόπαζε. Χαλάρωσα τη ζώνη στο παντελόνι μου κι έχωσα στο μπροστινό μέρος το βιβλίο του Γκόμπριχ και μετά το σκέπασα με το πουλόβερ μου. Έκλεισα το φερμουάρ του μπουφάν όσο πήγαινε –δεν είχε κουκούλα–, σήκωσα το γιακά όσο σηκωνόταν, έβαλα τα χέρια στις τσέπες, πήρα μια βαθιά ανάσα και άρχισα να περπατάω. Είχα μια απόσταση περίπου μισής ώρας μπροστά μου.

Σε πέντε λεπτά είχα γίνει τόσο μούσκεμα, που δεν είχε νόημα να έχω τα χέρια στις τσέπες ή το γιακά σηκωμένο. Το νερό έτρεχε μέσα στις τσέπες του μπουφάν μου και έρρεε ποτάμι στην πλάτη μου μέσα απ’ το γιακά και είχε μουσκέψει μέχρι και το βρακί μου. Ένιωθα ότι έσταζα από παντού, αλλά δεν το έβλεπα – οι σταγόνες που πέφταν από πάνω μου ήταν ένα με τις σταγόνες του ουρανού. Ήμουν μέρος της βροχής. Το παντελόνι μου είχε κολλήσει στα μπούτια και στις γάμπες μου και είχε πάρει το σχήμα τους. Κάθε ριπή αέρα ήταν σαν μαστίγιο πάνω τους. Τα πόδια μου μέσα στα παπούτσια έκαναν σκουίκ, σκουίκ, το οποίο ένιωθα, δεν άκουγα. Το νερό έπεφτε εκκωφαντικά, κατακλυσμιαία. Περπατούσα σκυφτός, σαν να προσπαθούσα να προστατεύσω κάτι στο κέντρο του σώματός μου μ’ αυτό τον τρόπο. Σταμάτησα, το πήρα απόφαση, ίσιωσα, άρχισα να περπατάω κανονικά κι εκείνη τη στιγμή περίπου άρχισα να το απολαμβάνω.

Περπάτησα μέσα από τη γιγάντεια και άδεια πλατεία του Ολυμπιακού Σταδίου και βγήκα στην Κύμης, όπου τα αυτοκίνητα σχημάτιζαν ουρές, που λαμπύριζαν κόκκινες και λευκές μέσα στη βροχή. Η πλάτη ενός διπλανού κτηρίου έλαμπε πορτοκαλιά, φωτισμένη από τα φώτα του δρόμου. Κάποιος είχε γράψει πάνω της με τεράστια γράμματα: «λάθως».

Μπήκα στα στενά της Καλογρέζας, όπου δεν είχε αυτοκίνητα, και περπάτησα στη μέση των δρόμων, αγνοώντας τα περβάζια και τα μπαλκόνια και τις πιλοτές που θα μπορούσαν να με προστατεύσουν από τη βροχή, και δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο, μόνο η σύνθεση δισεκατομμυρίων σταγόνων που πέφταν μαζί στη Γη, και δεν περπατούσα κάτω απ’ τη βροχή, περπατούσα μέσα στο νερό, και ήταν υπέροχα.

Πράγματα ξεπλένονταν από πάνω μου, τα ένιωθα να φεύγουν με τις σταγόνες και να χάνονται στους υπονόμους ή να πλημμυρίζουν τις λακκούβες μακριά μου, πίσω μου. Και με κάθε βήμα, κι ενώ τα ρούχα μου γίνονταν όλο και πιο βαριά απ’ το νερό που μάζευαν, εγώ γινόμουν πιο ελαφρύς.

Ήταν μια μαγική ευφορία αυτή που άρχισα να νιώθω μέσα στη βροχή και ήταν μια μαγική χώρα αυτή στην οποία βρισκόμουν, χωρίς ανθρώπους κι αυτοκίνητα, τα άσχημα σπίτια θολές μάζες πίσω απ’ το βαρύ πέπλο του νερού. Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί σ’ ένα τέτοιο μέρος.

 

Πρέπει να με πιστέψεις. Αυτό που συνέβη μετά είναι αληθινό. Έγινε στ’ αλήθεια, σήμερα το βράδυ, λίγη ώρα πριν. Δεν ήξερα καν σε ποιο δρομάκι βρισκόμουν. Ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι περπατούσα προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δε γνώριζα καλά τα δρομάκια της Καλογρέζας και το σημείο εκείνο ήταν πιο αραιοκατοικημένο, υπήρχαν πιο χαμηλά κτήρια εκεί, δε θυμόμουν να το έχω ξαναδεί. Μέσα στη βροχή άκουσα το ταπ, ταπ, ταπ που κάνουν τα ποδαράκια ενός μικρόσωμου ζώου που τρέχει, και πριν προλάβω να κοιτάξω από πού έρχεται ο ήχος, ένα μικρόσωμο ζώο πέρασε δίπλα από το πόδι μου και συνέχισε να τρέχει, μ’ ένα τρόπο που μου φάνηκε ταυτόχρονα βιαστικός και ανέμελος, προς την ίδια κατεύθυνση.

Ήταν ένα γουρουνάκι.

Πρέπει να με πιστέψεις.

Ήταν μικρό, από τα ροζ, τα γλυκούλικα, σαν το Μπέιμπ στην ταινία, κι έτρεχε μόνο του μέσα τη βροχή και στη μέση του δρόμου προς την κατεύθυνση του Γαλατσίου, κάπου στην Καλογρέζα, ένα βράδυ Δευτέρας. Έτρεχε με τα ποδαράκια του να κάνουν ταπ, ταπ, ταπ με ταχύτητα λίγο πιο μεγάλη από το βάδισμά μου και, είμαι σίγουρος γι’ αυτό, πότε-πότε γύρναγε το κεφαλάκι του στο πλάι, ίσα-ίσα για να δει προς τα πίσω, και μετά συνέχιζε. Όταν απομακρύνθηκε περίπου δέκα μέτρα σταμάτησε, σαν κάτι να ήθελε να δει, έκανε δυο μικρά βηματάκια πίσω, δυο στο πλάι, κι εγώ πλησίασα λίγο πιο προσεκτικά και μπόρεσα να το δω από κοντά. Μια αστραπή έκανε όλο το δρόμο να λάμψει και το είδα, στραμμένο προφίλ, με τη μουσούδα να κοιτάει προς τα ανατολικά και τη συστραμμένη ουρίτσα προς τα δυτικά, σαν να κοιτάει το δρόμο, να προσπαθεί να διαλέξει κατεύθυνση. Έστριψε ανατολικά. Μέχρι να φτάσω στο σημείο που ήταν πριν, είχε εξαφανιστεί.

Δεν ξέρω από πού ήρθε, δεν ξέρω πού πήγαινε. Αυτό που ξέρω είναι ότι μόνο δυο φορές θυμάμαι στη ζωή μου να έχω ξανανιώσει τέτοια αγνή κι ατόφια κι ανούσια κι ανώφελη χαρά όπως ένιωθα πριν από λίγο, βλέποντας το γουρουνάκι να τρέχει μέσα στους πλημμυρισμένους δρόμους μιας άδειας Αθήνας. Ένιωθα χαρά, ένα παχύρρευστο κύμα ευτυχίας να πλημμυρίζει το από μέσα μου, όπως το νερό πλημμύριζε το απ’ έξω μου. Τι ήταν αυτό; Τι χημικά εκκρίνονταν στο αίμα μου; Αυτό παθαίνεις όταν παίρνεις ναρκωτικά; Αυτό ένιωθε ο Φρειδερίκος ο 2ος όταν ήταν πάνσοφος και κυρίαρχος ηγεμών της Αυτοκρατορίας; Θα ’ταν σπουδαία ζωή αυτή, να μπορείς να νιώθεις έτσι κάθε μέρα.

Όταν έφτασα στο σπίτι, το βιβλίο του Ερνστ Γκόμπριχ είχε γίνει ένας φουσκωμένος πολτός και το κινητό μου δεν άνοιγε.