ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ ΛΙΓΟ και δύσκολα και διακοπτόμενα, έναν ύπνο ανήσυχο, γεμάτο όνειρα. Μερικά τα θυμάμαι.

Είδα ότι είμαι ξαπλωμένος στο παιδικό μου υπνοδωμάτιο κι ένα μεγάλο μαύρο πουλί έχει εγκλωβιστεί μέσα, πετάει στο ταβάνι και μετά έρχεται και κάθεται στο γόνατό μου, και νιώθω τα νύχια του.

Ξύπνησα, ξανακοιμήθηκα και είδα ότι το σπίτι μου, αυτό που μένω σήμερα, έχει πλημμυρίσει γιατί έχει σπάσει ο θερμοσίφωνας, και πετάγομαι απ’ τον ύπνο μου και στο σαλόνι στέκεται ο πατέρας μου, με τα νερά να του φτάνουν στον αστράγαλο, και με κοιτάζει αλλά δε μιλάει, και ξύπνησα, και μετά ξανακοιμήθηκα.

Στο τελευταίο όνειρο είδα τον εαυτό μου να οδηγεί το αυτοκίνητο του πατέρα μου σε δρόμο οικείο, αυτόν που πηγαίνει απ’ το παλιό πατρικό στο σπίτι μου. Στο όνειρο ήξερα ότι στο πατρικό μου βρίσκεται ο πατέρας μου κι ο αδερφός μου, ενώ στο σπίτι μου βρίσκεται η Ζωή. Ήμουν μόνος στο δρόμο και ξαφνικά ξεκίνησε ένας πολύ μεγάλος σεισμός και είδα ότι τα πάντα τριγύρω άρχισαν να τρέμουν βίαια, και το αυτοκίνητό μου επίσης. Τα κτήρια, οι πολυκατοικίες που ήξερα, που είχα δει εκατό φορές και δεν είχα προσέξει ποτέ, άρχισαν να καταρρέουν μία-μία και καταλάβαινα ότι όλοι όσοι βρίσκονταν μέσα σε κτήρια σ’ αυτή την πόλη, αυτή τη στιγμή καταπλακώνονται από τόνους τσιμέντου και λειώνουν, κι εγώ σώζομαι επειδή είμαι στον ανοιχτό δρόμο περικυκλωμένος από δύο τόνους σίδερα, και οδηγώ με κατεύθυνση το σπίτι μου, κι ένιωσα τότε ότι υπάρχει μια απόφαση που πρέπει να πάρω και, καθώς τα πάντα γύρω μου ισοπεδώνονται, εγώ πατάω γκάζι, και κει ακριβώς ξύπνησα.

Σηκώθηκα με το μυαλό γεμάτο τύψεις κι ενοχές και την κούραση που νιώθεις όταν δεν ξυπνάς ακριβώς, αλλά απλά σταματάς να προσπαθείς να κοιμηθείς.

Αμέσως κατάλαβα ότι κάτι δεν πάει καλά στην πολυκατοικία. Κάτι ήταν λάθος. Κάτι συνέβαινε.

Όταν μένεις για πολλές ώρες και για πολλά χρόνια σ’ ένα μέρος συνηθίζεις τη συμφωνία των ήχων που έρχονται από τους τοίχους κι από τις πόρτες κι απ’ τους σωλήνες κι απ’ τους ανθρώπους, κι έτσι όταν κάτι αλλάζει, το νιώθεις. Ήταν μεσημέρι,  έξω είχε συννεφιά κι οι οθόνες μου έγραφαν για την πτώχευση της χώρας, και κάτι είχε συμβεί στην πολυκατοικία. Βγήκα με τις πιτζάμες, τις φόρμες, τη ρόμπα και τις παντόφλες στο διάδρομο.

 

Η πολυκατοικία έχει τέσσερις ορόφους και καθένας από αυτούς έχει δύο διαμερίσματα των 105 τετραγωνικών (μαζί με τον ημι-υπαίθριο), ενώ υπάρχει κι ένα διαμέρισμα στο ισόγειο, που κανονικά ήταν πιλοτή αλλά το ’χει κλείσει ένας πολιτικός μηχανικός και το ’χει κάνει γραφείο. Μάλλον αυτός είναι ο κατασκευαστής της πολυκατοικίας και μάλλον εξαιτίας του πάρκαρα το αυτοκίνητό μου στο δρόμο όταν είχα αυτοκίνητο, αλλά δεν το επιβεβαίωσα ποτέ. Δεν έχω δει ποτέ το γραφείο του ανοιχτό.

Στο άλλο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου δε μένει κανένας. Παλιά, όταν πρωτομετακομίσαμε, ζούσε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων εκεί, αλλά λίγους μήνες μετά ο παππούς μπήκε στο νοσοκομείο και λίγες εβδομάδες αργότερα πέθανε, και η γιαγιά πήγε να μείνει με κάποιο απ’ τα παιδιά της, και έκτοτε το διαμέρισμα μένει κενό. Πότε-πότε έρχονται υποψήφιοι ενοικιαστές να το δουν. Πλέον πολύ πιο σπάνια. Δεν αρέσει σε κανέναν.

Τα υπόλοιπα διαμερίσματα κατοικούνται άλλα από ενοικιαστές και άλλα από ιδιοκτήτες. Δε γνωρίζω πολύ καλά κανέναν και δε βλέπω κανέναν τους σχεδόν ποτέ. Οι μόνοι ένοικοι που επηρεάζουν τη ζωή μου είναι το ζευγάρι των τρελών που ζει ακριβώς από πάνω, οι δυο γέροι που ζουν ακριβώς από κάτω και η ξανθιά με τα βυζιά που ζει στο άλλο διαμέρισμα του πρώτου με τον γκόμενό της.

Οι μουρλοί από πάνω επηρεάζουν τη ζωή μου επειδή ουρλιάζουν κάθε μέρα και για πολλές ώρες συνεχόμενα μεταξύ τους και στο παιδί τους. Οι γέροι από κάτω επειδή παλιά γκρίνιαζαν για το subwoofer μου και επειδή είναι οι διαχειριστές της πολυκατοικίας. Η ξανθιά με τα βυζιά επειδή είναι ξανθιά κι έχει μεγάλα βυζιά. Στα υπόλοιπα διαμερίσματα δεν έχω ιδέα ποιος ζει. Πετυχαίνω πότε-πότε άγνωστες φάτσες στο ασανσέρ, αλλά δεν ξέρω αν μένουν εδώ ή αν είναι επισκέπτες. Υποθέτω ότι θα τους γνωρίσω όλους στον επόμενο σεισμό.

 

Το αλάνθαστο αισθητήριό μου έλεγε πως ό,τι είχε γίνει είχε γίνει στον πρώτο όροφο. Από κει άκουγα μουρμουρητά και συρσίματα και φασαρία. Κατέβηκα με τις σκάλες και είδα ότι οι πόρτες και των δύο διαμερισμάτων ήταν ανοιχτές. Στη μία στεκόταν ο πολύ νεαρός και πολύ γυμνασμένος και εντελώς άτριχος γκόμενος της ξανθιάς με τα βυζιά, φορώντας μόνο το βρακί του.

Έκανα ένα νεύμα αντί να πω «γεια».

«Τι έγινε;» ρώτησα.
«Τους κλέψανε».
«Ποιους;»
«Τους γέρους. Μπήκαν το βράδυ Αλβανοί και τους κλέψανε».
«Πού ξέρουν ότι ήταν Αλβανοί;»

Ο γκόμενος της ξανθιάς με τα βυζιά έκανε μια μικρή παύση, το σκέφτηκε και είπε:

«Εμ, τι θα ήτανε;»

Τη στιγμή εκείνη στην πόρτα του άλλου διαμερίσματος εμφανίστηκε ένας χοντρός δημόσιος υπάλληλος με χειρουργικά γάντια, μια βούρτσα στο ένα χέρι κι ένα μουστάκι πάνω απ’ το χείλι, που είχε ολόιδια υφή και πυκνότητα με τη βούρτσα. Άρχισε να βουρτσίζει την κάσα της πόρτας βιαστικά και συνοφρυωμένα. Η αναπνοή του ήταν βαθιά και αργή, κι ακουγόταν – κάτι δεν πήγαινε καλά με τα πνευμόνια του. Κατάλαβα ότι ήταν δημόσιος υπάλληλος από την αύρα.

Πίσω του στεκόταν ο κύριος Λεωνίδας, ο ένας από τους δύο γέρους. Έμοιαζε περισσότερο σαστισμένος απ’ ό,τι συνήθως, και άυπνος. Φορούσε μπλε ρόμπα, η οποία ήταν ανοιχτή, και από μέσα λευκό φανελάκι και σορτσάκι με ρίγες. Τα μαλλιά του, αραιά και κατσαρά, ήταν αναστατωμένα. Το γεμάτο δίπλες και προγούλια πρόσωπό του ήταν χλομό κι έμοιαζε πιο μακρόστενο από ό,τι το θυμόμουν, σαν να το είχε πιάσει κάποιος απ’ τα μαλλιά και απ’ τα προγούλια και το είχε τραβήξει, και το είχε ξεχειλώσει. Με είδε στη σκάλα κι ενθουσιάστηκε.

Είπε: «Α παιδί μου τι κάνεις είσαι καλά κοίτα να δεις τι πάθαμε μέσα στη νύχτα πώς δε μας σκότωσαν από του χάρου τα δόντια γλυτώσαμε άσ’ τα παιδί μου ούτε που κατάλαβα πώς μπήκανε οι αλήτες οι αλήτες να μας σκοτώσουνε θέλανε να μας φάνε γέρους ανθρώπους εσύ πού ήσουνα κοιμόσουνα επάνω δεν άκουσες τίποτα ε λένε οι άνθρωποι εδώ ότι μπήκανε από το πίσω πορτάκι της κουζίνας μάλλον σκαρφάλωσαν από τη νεραντζιά και του έχω πει του Αρβανιτίδη να την κλαδέψουμε γιατί έχει ακουμπήσει απάνω στο χτήριο πέρα που μαζεύει μέλισσες το καλοκαίρι ποπό μας πήραν όλα τα λεφτά μας δεν έχουμε φράγκο καταστραφήκαμε τι θα κάνουμε τώρα έλα πέρνα να δεις τα χάλια μας Ηλία Ηλία έλα ήρθε το παιδί από πάνω δεν άκουσε τίποτα λέει».

«Μην μπείτε ακόμα, κύριε», είπε ο κύριος της Σήμανσης, κι ένιωσα μια ανακούφιση, γιατί ο χείμαρρος ενθουσιασμού κι αγάπης και πληροφορίας του κυρίου Λεωνίδα έκρυβε πολλή υστερία και με τρόμαζε λίγο.

«Καλά, κατέβα λίγο αργότερα, ναι;» είπε ο κύριος Λεωνίδας. «Να μας βοηθήσεις να φτιάξουμε και λίγο τα πράγματα, μας τα έκαναν άνω κάτω, είμαστε και γέροι άνθρωποι, δεν μπορούμε μοναχοί μας».

Υποσχέθηκα ότι θα κατέβω το απόγευμα. Ο γκόμενος της ξανθιάς με τα βυζιά είχε εξαφανιστεί στο διαμέρισμά του και είχε κλείσει την πόρτα. Ανέβηκα στο δικό μου διαμέρισμα, ζέστανα τα μακαρόνια, γέμισα ένα ποτήρι κοκακόλα και διάβασα τα νέα στις οθόνες μου, που δεν ήταν αισιόδοξα. Λίγα χιλιόμετρα από το σημείο που βρισκόμουν, άντρες με κοστούμια και φιλοδοξίες, αλλά όχι και πολύ υψηλή νοημοσύνη, συζήταγαν για θέματα πολύ σημαντικά και κρίσιμα. Στον από πάνω όροφο η μουρλή ούρλιαζε στο παιδί της επειδή δεν είχε διαβάσει, ή επειδή δεν είχε διαβάσει καλά, ή επειδή δεν είχε διαβάσει γρήγορα. Αναρωτήθηκα ποιος να ήταν αυτός ο Αρβανιτίδης που θα κλάδευε τις νεραντζιές. Τελείωσα το φαγητό κι έβαλα να παίξω Skyrim.

 

Οι δυο γέροι ήταν οι πρώτοι γείτονες που είχαμε γνωρίσει όταν μετακομίσαμε στο σπίτι. Το πρώτο βράδυ κιόλας. Ήρθαν να διαμαρτυρηθούν για το θόρυβο.

Το πιο πολύτιμο πράγμα που είχα φέρει από το εργένικο διαμέρισμά μου (δεν είχαμε το καλό στρώμα τότε) ήταν ένας ενισχυτής που συνδεόταν στην τηλεόραση και τέσσερα ηχεία, τρία για να παίζουν τα μπροστινά κανάλια κι ένα subwoofer. Δεν είχα ηχεία για τα πίσω κανάλια, αλλά σκόπευα να μαζέψω χρήματα και ν’ αγοράσω το συντομότερο δυνατό. Μου άρεσε ν’ ακούω τις ταινίες και τις σειρές που βλέπαμε δυνατά, σαν να είμαστε στον κινηματογράφο. Μου άρεσε να τα βάζω τόσο δυνατά που να ταρακουνιούνται τα από μέσα μου. Το ότι η γυναίκα μου δεν είχε κανένα πρόβλημα με αυτό ήταν ένας από τους λόγους που τα ’χαμε βρει τόσο ωραία.

Είχαμε ξαπλώσει στον παλιό αλλά μεγάλο μου καναπέ και είχαμε βάλει να δούμε το καινούργιο «Lost», όταν χτύπησε το κουδούνι και σηκώθηκα και άνοιξα και στην πόρτα στεκόταν ο κύριος Ηλίας με βλέμμα βλοσυρό και αποφασιστικότητα ατιθάσευτη. Ο κύριος Ηλίας είναι πιο ηλικιωμένος από τον κύριο Λεωνίδα, πρέπει να είναι πάνω από 70, αλλά μοιάζει λιγότερο μαλθακός. Είναι κοντός, λεπτός και νευρώδης, αλλά με μια κοιλιά ασυνήθιστα, σχεδόν θηλυπρεπώς, φουσκωμένη. Είναι φαλακρός, αλλά όλα τα μαλλιά που εξαφανίστηκαν απ’ το κρανίο του μοιάζουν σαν να ’χουν υποχωρήσει μέσα στο κεφάλι του και να το πλημμυρίζουν και να ξεχειλίζουν από τ’ αφτιά και από τη μύτη του. Επίσης έχει τρίχες στα χέρια, στα μπράτσα, στους ώμους, στο στήθος, στο σβέρκο, στην πλάτη, πιθανότατα οπουδήποτε έχει δέρμα, εκτός απ’ το κρανίο. Περίεργο πράγμα οι τρίχες.

Ο κύριος Ηλίας έχει μια βραχνή φωνή και πολύ συχνά βήχει ένα βήχα βαθύ και υγρό, βορβορώδη, γεμάτο φλέματα. Αν είχαμε έναν άνθρωπο σαν τον κύριο Ηλία στην πολυκατοικία όταν ήμασταν παιδιά, σίγουρα θα είχε παρατσούκλι και όλα τα παιδιά θα τον φοβούνταν και δε θα τον πλησίαζαν. Το επάγγελμά του είναι ταξιτζής.

«Παιδιά, κάνετε πολλή φασαρία», ήταν τα πρώτα λόγια που μας είπε τότε. «Προσπαθούμε να κοιμηθούμε από κάτω και δεν μπορούμε με το ντάπα ντούπα».

Ήταν οκτώ το απόγευμα.

Καθώς οι γέροι γείτονές μας δεν έλειπαν και οι δύο ποτέ από το σπίτι τους, από τότε σταμάτησα ν’ ακούω τις ταινίες και τις σειρές μου πολύ δυνατά. Ποτέ δεν αγόρασα ηχεία για τα πίσω κανάλια. Αργότερα χάρισα κι αυτά που είχα στον αδερφό μου.

 

Έχοντας απορροφηθεί από το παιχνίδι και έχοντας βολευτεί στη στραβοχυμένη μου στάση στον καναπέ ξεχάστηκα και η ώρα πέρασε, βράδιασε. Δεν ήθελα καθόλου να κατέβω, αλλά το είχα υποσχεθεί. Έκανα την καρδιά μου πέτρα.

Μέσα από την πόρτα της ξανθιάς με τα βυζιά ακουγόταν ο ήχος ποδοσφαίρου από την τηλεόραση. Πίσω από την πόρτα των δυο γέρων δεν ακουγόταν τίποτα. Χτύπησα το κουδούνι.

Ο κύριος Λεωνίδας μου άνοιξε και είπε «α, παιδί μου, ήρθες, πέρασε», σαν να μην το πίστευε ότι είχα τηρήσει την υπόσχεσή μου. Αυτή τη φορά φορούσε φόρμα κι ένα φούτερ από πάνω. Είχε προσπαθήσει να χτενίσει τα μαλλιά του. Τα προγούλια του τρέμαν ανεπαίσθητα, ακόμα.

Είχα κατέβει πολλές φορές στο διαμέρισμά τους τα προηγούμενα χρόνια, αλλά μόνο για να τους δώσω τα κοινόχρηστα στην πόρτα. Μετά έφευγα. Το σπίτι τους, θεωρητικά, ήταν ολόιδιο με το δικό μου, ίδια διαρρύθμιση, ίδια υλικά, αλλά κοιτάζοντάς το από μέσα δεν αναγνώριζα τίποτα. Έχουν ένα σωρό έπιπλα, δύο τραπεζαρίες (μια στρογγυλή, μια παραλληλόγραμμη), δύο μαύρους καναπέδες με πολύχρωμα μαξιλάρια, τα περισσότερα κεντημένα, με κρόσσια, τέσσερις μικρές πολυθρόνες με περίτεχνα πόδια και λουλουδάτα καλύμματα, ένα τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα για ν’ ακουμπάνε τα κλειδιά, μια τηλεόραση από τις παλιές, τις μεγάλες, που ήταν σαν γιγάντεια κουτιά, την οποία οι κλέφτες πολύ λογικά είχαν σνομπάρει. Οι μπαλκονόπορτες κρύβονται από τρεις στρώσεις κουρτίνες, στους τοίχους υπάρχουν πίνακες με καράβια σε φουρτούνες και πίνακες με φρούτα, στο πάτωμα ένα μεγάλο, εκτυφλωτικά πολύχρωμο, χαλί. Η κουζίνα έχει αλλιώτικα ντουλάπια από τα δικά μου. Παντού υπήρχε μια μυρωδιά κλεισούρας, χλωρίνης και ιατρείου και σηπόμενης σάρκας, η μυρωδιά των γηρατειών.

Ο κύριος Λεωνίδας με είδε να κοιτάζω τριγύρω και προσφέρθηκε να με ξεναγήσει και στο υπόλοιπο, που ήταν άλλα δυο δωμάτια, και μας πήρε περίπου τριάντα δευτερόλεπτα να τα δούμε. Μου έδειξε από πού μπήκαν οι ληστές: Το πόμολο της πορτούλας στην κουζίνα ήταν μαυρισμένο από τη σκόνη του κυρίου με τη βούρτσα. Το κλειδί ήταν στην κλειδαριά, από μέσα.

«Μας νάρκωσαν», είπε ο κύριος Ηλίας. «Ήρθαν εκεί που κοιμόμασταν και μας έβαλαν ένα πανί με ναφθαλίνη, ή πώς το είπε ο κύριος, στη μύτη και δεν πήραμε χαμπάρι τίποτα. Ξυπνήσαμε το μεσημέρι και βρήκαμε τα πάντα άνω κάτω, την πόρτα ανοιχτή, και μας έλειπαν τα λεφτά μας και τα ρολόγια μας και τα πάντα».

Πίσω στο σαλόνι ο κύριος Ηλίας έβλεπε τηλεόραση με τον ήχο στο mute. Έπαιζε η ΑΕΚ με τον Πανιώνιο. Η εικόνα ήταν παραμορφωμένη και θαμπή. Κάτω δεξιά έγραφε με μεγάλα γράμματα «MUTE». Τα πάντα έμοιαζαν τακτοποιημένα και φυσιολογικά. Ο κύριος Ηλίας έμοιαζε σαν μια κοιλιά πεταμένη στον καναπέ, με χέρια και με πόδια.

«Πώς μπορώ να σας βοηθήσω;» ρώτησα.
«Τίποτα, τα ’φτιαξε όλα ο Ηλίας», είπε ο κύριος Λεωνίδας. «Του ’πα ότι θα ερχόσουν και να σε περιμένει και να μην τα κάνει όλα μόνος του, γιατί έχει και τη μέση του όλη μέρα με το ταξί, αλλά δεν άκουγε».
«Τίποτα δεν ήτανε, δυο καναπέδες έσπρωξα», είπε ο κύριος Ηλίας. «Σιγά το πράμα».
«Τι σας πήρανε;» ρώτησα, αφού κάθισα στον καναπέ.
Ο κύριος Λεωνίδας πήγε στην κουζίνα για να μου φέρει μπίρα.
«Έξι χιλιάδες ευρώ», μουρμούρισε ο κύριος Ηλίας, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από την οθόνη. «Όλα μας τα λεφτά».
«Μέσα στο σπίτι είχατε όλα σας τα λεφτά;»
«Εμ, πού θα τα είχαμε, στην τράπεζα; Ακούς τι γίνεται εκεί έξω;»
«Τουλάχιστον δε σας πείραξαν».
«Πώς δε μας πείραξαν».
«Σας χτύπησαν;»
«Σου είπα. Μας έκλεψαν. Δεν έχουμε τίποτα τώρα. Μας κατέστρεψαν. Και έπιασαν όλα μας τα πράγματα με τα χέρια τους και τα αναποδογύρισαν και ανοίξαν τα συρτάρια μας και πιάσανε ό, τι έχουμε. Μου κλέψαν το ρολόι που μου είχε χαρίσει ο πατέρας μου. Πώς δε μας πείραξαν».
«Θέλω να πω, δεν έπαθε τίποτα η υγεία σας».
«Σκατά είναι η υγεία μας. Δεν την είχαμε την υγεία μας να μας την πάρουν. Τα λεφτά μας είχαμε».

Δεν είπα τίποτα. Ο κύριος Ηλίας έβηξε, βρυχήθηκε, τράβηξε μια ροχάλα, την κατάπιε.

«Εσύ δεν άκουσες τίποτα; Πόσο βαθιά κοιμόσουν;»
Ο κύριος Ηλίας είχε πάρει το βλέμμα από την τηλεόραση για να την κάνει αυτή την ερώτηση.
«Ούτε που κατάλαβα τίποτα», είπα.

Ο κύριος Λεωνίδας μου έφερε ένα κουτάκι μπίρα κατευθείαν από την κατάψυξη. Είχε κομμάτια πάγου απ’ έξω και ήταν παγωμένη κι από μέσα.

«Α, θα σου φέρω άλλη», είπε ο κύριος Λεωνίδας, και είπα δεν πειράζει, θα περιμένουμε να ξεπαγώσει. Το τζάκι έκαιγε και η θέρμανση ήταν αναμμένη και άρχισα να ζεσταίνομαι.
«Ξέρετε ότι το τζάκι είναι κακό πράγμα να καίει;» τους είπα, για να ελαφρύνω τη συζήτηση. «Η κάπνα που βγάζει είναι τριάντα φορές πιο καρκινογόνα απ’ το τσιγάρο. Είναι πολύ βλαβερό πράγμα». Ήταν αλήθεια, το διάβασα τις προάλλες σε μια οθόνη.
«Έλα, μωρέ, βλακείες, ποιοι τα γράφουνε αυτά, δεν τα πιστεύω», είπε ο κύριος Λεωνίδας.
«Χεστήκαμε», είπε ο κύριος Ηλίας. «Ούτως ή άλλως θα πεθάνουμε».

Κάτσαμε λίγο έτσι, σιωπηλοί, στη ζέστη. Κοίταξα για λίγο το κινητό μου.

«Τα χάπια σου τα πήρες;» ρώτησε ο κύριος Λεωνίδας τον κύριο Ηλία.
«Μμμ».
«Δεν τα ξέχασες πάλι;»
«Μμμ, είπα».
«Όλο έτσι λες και όλο εγώ σ’ τα θυμίζω».
«Πότε μου τα θύμισες εσύ;»
«Όλα εγώ σ’ τα θυμίζω».
«Δε μου θυμίζεις τίποτα. Δεν ξεχνάω τίποτα».
«Ξεχνάς ακόμα και ότι ξεχνάς».
«Μμμ».
«Τις προάλλες σου ζήτησα να κλειδώνεις την πορτούλα της κουζίνας».
«Την κλειδώνω την πόρτα της κουζίνας».
«Ναι, όπως όταν σου λέω να κλείσεις το θερμοσίφωνα».
«Πάντα κλειδωμένη είναι η πόρτα της κουζίνας».
«Ή όπως όταν σου λέω να βγάλεις τα ρούχα απ’ το πλυντήριο».
«Δεν το θυμάμαι αυτό που λες».
«Το ξέχασες».
«Μπορεί να μου το είπες και να το ξέχασα αμέσως».
«Το ξέχασες».
«Έτσι είμαι εγώ. Ή ξεχνάω αμέσως ή δεν ξεχνάω ποτέ».

Για λίγο δε μίλησε κανένας.

«Την πόρτα της κουζίνας την είχα κλειδώσει, πάντως», είπε ο κύριος Ηλίας.

Ήθελα να φύγω από κει μέσα, αλλά ένιωθα ότι υπήρχε ακόμα μία εκκρεμότητα. Στην οθόνη οι ποδοσφαιριστές πάλευαν βουβά. Ο πάγος στο εξωτερικό του κουτιού της μπίρας, την οποία βεβαίως δε θα τολμούσα να πιω, έλειωνε στο ξύλινο τραπεζάκι, μα κανείς δε νοιαζόταν.

«Εσύ τι κάνεις, δουλειά βρήκες;» με ρώτησε ο κύριος Ηλίας.
«Όχι», είπα, «είναι δύσκολα εκεί έξω».
«Εμένα μου το λες;»
«Άσ’ τα παιδί μου, άφησέ τα. Εμένα μου έκοψαν τη σύνταξη, το πιστεύεις; Έπαιρνα εξακόσια ευρώ το μήνα, αυτό ήταν, και τώρα μου τα κάναν 460. Τι να τα κάνω 460 ευρώ; Πώς θα ζήσω;» είπε ο κύριος Λεωνίδας.
«Και θέλουνε ν’ απελευθερώσουν τα ταξί, αυτό τους μάρανε», είπε ο κύριος Ηλίας. «Μαλάκες, γαμώ το στανιό μου μέσα με όλους τους μαλάκες που μας κυβερνάνε».

Ο κύριος Ηλίας, βεβαίως, ήταν «του ΠΑΣΟΚ». Και στις δύο εκλογές που είχαν περάσει από τότε που μετακομίσαμε σ’ αυτό το σπίτι, τον θυμάμαι να μας αφήνει ψηφοδέλτια και φυλλάδια έξω από την πόρτα. Αλλά δεν είπα τίποτα. Δεν είχε νόημα να πω οτιδήποτε. Προσπάθησα ν’ αλλάξω την κουβέντα.

«Σε κάνα γιατρό πήγατε;» ρώτησα.
«Τι να τον κάνουμε το γιατρό;» είπε ο κύριος Ηλίας.
«Ήρθε ένας νεαρός από το ΕΚΑΒ», είπε ο κύριος Λεωνίδας. «Κοίταξε τον Ηλία πιο πολύ, γιατί έχει την καρδιά του και η νάρκωση που μας κάναν ήταν επικίνδυνη».
«Καλά είμαστε. Τι καλά, σκατά είμαστε. Δε γαμιέται», είπε ο κύριος Ηλίας. Αλλά αμέσως μετά το κλίμα άλλαξε. Έβαλε γκολ η ΑΕΚ.

«Πρέπει να βρεις μια δουλειά», είπε ο κύριος Ηλίας, αρκετά πιο χαρούμενος όταν ο διαιτητής σφύριξε τη λήξη. Η ΑΕΚ κέρδισε ένα-μηδέν. «Να μην κάθεσαι μέσα στο σπίτι χωρίς να κάνεις τίποτα. Δεν είναι σωστό. Και να βρεις μια γυναίκα».
«Τι του λες του παιδιού!» είπε ο κύριος Λεωνίδας.
«Ε, μα τι να του πω. Είναι μεγάλος άντρας».
«Το ψάχνω», είπα.
«Να βρεις μια κοπέλα σαν τη Ζωίτσα», είπε ο κύριος Λεωνίδας. «Το λάτρευα αυτό το κορίτσι, το ’χα μέσα στην καρδιά μου».
«Το ξέρω».
«Και να μην κάθεσαι να μιζεριάζεις, είσαι μικρό παιδί».
«Το ξέρω».

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε να πω αυτό που είπα αμέσως μετά. Δεν το έχω ανακοινώσει ακόμα σε κανέναν άλλο και δε σκοπεύω να το ανακοινώσω σε κανέναν γενικότερα, αλλά για κάποιο λόγο σ’ εκείνο το πνιγηρό και δυσώδες διαμέρισμα των δυο γκρινιάρηδων γέρων, που δε γνώριζα σχεδόν καθόλου και που δε συμπαθούσα και πάρα πολύ, μέσα στη ζέστη και τη σύγχυση που προκύπτει όταν βρίσκεσαι δίπλα στην έντονη δυστυχία και καταπίεση και άγνοια και θλίψη των ανθρώπων, το είπα:

«Γράφω ένα βιβλίο».

Ο κύριος Ηλίας έψαχνε να βρει πώς γυρνάει το κανάλι για να δει και τον Ολυμπιακό και δεν είπε τίποτα. Ο κύριος Λεωνίδας το σκέφτηκε λίγο και τελικά είπε, σαν να μονολογεί:

«Κάποιος πρέπει να γράψει για το πόσο άθλιος έχει γίνει ο κόσμος μας».

Αυτό που ξέρω είναι ότι εκείνη τη στιγμή ένιωσα υποχρεωμένος να τους πω κάτι δικό μου, πολύ προσωπικό, ειδικά σ’ αυτά τα δύο περίεργα, απωθητικά, υπό κατάρρευση πλάσματα. Επειδή ένιωθα ότι τους το χρώσταγα. Για να πατσίσουμε.

Δεν είχαν παιδιά. Δεν είχαμε δει ποτέ συγγενείς τους. Το κουδούνι τους στην είσοδο έγραφε «Λεωνίδας Ηλίας Σαραφίδης». Μία φορά το είχα επισημάνει στη γυναίκα μου. «Μάλλον θα είναι αδέρφια», είχε πει. «Ή ξαδέρφια. Μαγκούφηδες». Δεν το είχαμε σκεφτεί ξανά. Το ξανασκέφτηκα σήμερα. Όταν μου έκανε την ξενάγηση στο σπίτι ο κύριος Λεωνίδας, πρόσεξα ότι υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι, διπλό.

«Κύριε Λεωνίδα», είπα, και σηκώθηκα για να γυρίσω στο διαμέρισμά μου και να παίξω λίγο ακόμα Skyrim, που το είχα αφήσει στο pause, και για να γράψω αυτά εδώ, «αυτός είναι ο καλύτερος κόσμος που μπορεί να υπάρξει».

Τη νύχτα οι οθόνες δεν ήξεραν να μου πουν αν θα πτωχεύσουμε.