ΣΗΜΕΡΑ έχω γενέθλια.

Γίνομαι τριάντα δύο χρονών.

Αλλά αυτά είναι μόλις τα όγδοα γενέθλιά μου.

Γεννήθηκα το 1980, στις 29 Φεβρουαρίου, μια μέρα που έρχεται κάθε τέσσερα χρόνια. Μια μέρα παραπανήσια, επιπλέον.

Μια από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να μου εξηγεί ο πατέρας μου γιατί κάθε τέσσερα χρόνια ο μήνας αυτός έχει μια παραπανήσια μέρα, κι εγώ να τον ρωτάω και γιατί έχει λιγότερες μέρες από όλους τους υπόλοιπους μήνες, και να μην ξέρει να μου πει πολύ καλά. Ήμουν τεσσάρων χρονών και ήταν τα πρώτα μου γενέθλια, και σ’ αυτή την ανάμνηση δε θυμάμαι καθόλου τη μάνα μου, ή την αύρα της παρουσίας της στο σπίτι ή τη μυρωδιά της, παρ’ όλο που ήταν ακόμα ζωντανή τότε, είχε ακόμα λίγες εβδομάδες ζωής.

 

Είναι τρεις το μεσημέρι, τώρα.

Έχει μια συννεφιά γαλήνια και ψύχρα.

Πριν από λίγο πέρασα μια κρίση από τις συνήθεις, με την ασφυξία και τον κρύο ιδρώτα και την αίσθηση ότι τα σωθικά μου κατακρημνίζονται, συνθλίβονται και συμπυκνώνονται σε μια μαύρη τρύπα δυστυχίας και φρίκης, αλλά μου πέρασε. Τώρα νιώθω λίγο καλύτερα.

Mέσα στο σπίτι που κοιτάζω βρίσκεται ο Ανδρέας Πέρκιζας και κοιμάται το μεσημεριανό του ύπνο. Είναι μόνος του. Η γυναίκα του είναι ακόμα στη δουλειά της, η κόρη του στην Κρήτη όπου σπουδάζει, ο γιος του κάπου αλλού, πιθανότατα με τους φίλους του.

Είμαι παρκαρισμένος απ’ έξω.

Πιθανότατα ξέρεις τι έχει συμβεί, τώρα που τα διαβάζεις αυτά.

Σε λίγο θα μπω στο σπίτι του και θα τον σκοτώσω.

 

Δεν είμαι βίαιος άνθρωπος. Ποτέ δεν ήμουν βίαιος. Ποτέ δεν είχα τέτοια ένστικτα. Δεν έκανα κακό σε ανθρώπους ή ζώα, κι αν έκανα, δεν αντλούσα καμία ευχαρίστηση από αυτό. Αν με ρωτούσες σε εποχές πιο αθώες, μπορεί να υποστήριζα πως είμαι ανίκανος για βία, για τέτοιου είδους βία. Δε φανταζόμουν ότι έχω δολοφονικά ένστικτα ή ότι θα έφτανα κάποτε στο σημείο να μπορώ να εστιάζω στην ιδέα του θανάτου κάποιου άλλου και αυτή η ιδέα να είναι το μόνο βάλσαμο για το τυραννισμένο μου μυαλό.

Ορίστε, όμως. Αν εκπλήσσεσαι, μην εκπλήσσεσαι. Όλοι οι άνθρωποι έχουν μέσα τους τη βία. Από αυτούς που σφάζουν μωράκια στο Σουδάν, μέχρι αυτούς που διατάσσουν το βομβαρδισμό της Δρέσδης, όλοι τα ίδια ζώα είμαστε, όλοι έχουμε το φόνο μέσα μας, οι περισσότεροι βαθιά, άλλοι όχι και τόσο βαθιά.

Οι συνθήκες της ζωής σου μπορεί να είναι φυσιολογικές και μπορεί από μέσα σου να είσαι ήρεμος και πράος και η βία να σου μοιάζει κάτι ξένο και αδιανόητο. Αν μπορώ να σου μάθω κάτι, ας είναι το εξής: Αυτά τα πράγματα αλλάζουν.

 

Δεν πιστεύω ότι μ’ αυτό που θα κάνω επιβάλλω κάποιας μορφής δικαιοσύνη. Ή ότι διορθώνω μιαν αδικία. Μπορεί να ισχύει, αλλά δεν το νιώθω. Δεν αισθάνομαι ενάρετος. Η αδικία βοηθά βέβαια, λειτουργεί ως φιτίλι που πυροδοτεί την οργή, που είναι πάντα εκεί, λίγο κάτω από την επιφάνεια. Το ότι αυτός ο άνθρωπος ενσαρκώνει από κάθε άποψη όσα είναι στραβά και λάθος και μοιραία σ’ αυτή τη χώρα και στην ανθρωπότητα βοηθάει επίσης, με τον ίδιο τρόπο. Αλλά αυτά δεν είναι από μόνα τους ο λόγος. Δεν πιστεύω ότι ο κόσμος θα είναι καλύτερος χωρίς τον Ανδρέα Πέρκιζα. Τα ίδια σκατά θα είναι.

Ο καλύτερος που θα μπορούσε να υπάρξει.

Δεν το κάνω επειδή είμαι φονιάς και δεν το κάνω επειδή είμαι ο ενάρετος υπερασπιστής της δικαιοσύνης. Οπότε γιατί το κάνεις, θα μου πεις και θα έχεις δίκιο.

Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους έγραψα αυτό το βιβλίο.

 

Ήξερα από την αρχή ότι η προσπάθειά μου θα ήταν αποτυχημένη. Τι να εξηγήσω. Πώς να το εξηγήσω. Δεν μπορώ να περιγράψω το κενό μέσα μου. Δοκίμασα, μα οι λέξεις δεν είναι αρκετές. Δεν μπορώ να σου περιγράψω πώς είναι να μην αντέχεις να υπάρχεις μέσα στο δέρμα σου.

Ξέρω, πια, ότι ποτέ δε θα είμαι ήρεμος.

Το μυαλό μου ποτέ δε θα σταματήσει να σκέφτεται, κάθε μέρα, συνέχεια, πράγματα άσχημα, τόσο άσχημα που θέλω να ξεφλουδίσω το δέρμα μου και να βγάλω τον εγκέφαλό μου και να τον πλύνω, να τον εξαγνίσω, να τον ταρακουνήσω και να του ξεζουμίσω τα ελαττωματικά υγρά, να του ξεριζώσω τους νεκρωμένους λοβούς, να αντικαταστήσω τα κομμάτια που λείπουν.

Δεν ξέρω γιατί μου συμβαίνει αυτό που μου συμβαίνει, αν ήμουν έτσι πριν χάσω τη Ζωή ή αν έγινα έτσι ύστερα. Μπορεί η πορεία μου να ήταν προδιαγεγραμμένη και το τραύμα απλά να την επιτάχυνε.

Ήμουν κάτι και τώρα είμαι κάτι άλλο, λιγότερο, λειψός, ατελής – σαν το Φεβρουάριο.

 

Ο σκοτωμός του Πέρκιζα δε θα λύσει τίποτ’ άλλο σ’ αυτό τον κόσμο. Δε θα σωθεί η Ελλάδα. Δε θα λυτρωθεί καμία ανθρωπότητα. Μα όταν εκείνος σκότωσε τη Ζωή, στο κενό που άνοιξε μέσα μου βούλιαξαν πράγματα σκοτεινά, κι αυτά δεν τα αντέχω. Δε θα συνεχίσω να συνυπάρχω μαζί τους. Θα πεθάνουν μαζί του.

Μπορεί μετά, για λίγο, να βρω μια μορφή ελευθερίας.

 

Σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχουν πολλά πράγματα που δεν έγραψα. Κάποια γεγονότα τα άφησα απ’ έξω και κάποια άλλα τα έγραψα κάπως λειψά, για να προστατεύσω ανθρώπους και για να μην αντιμετωπίσω προβλήματα στην περίπτωση που κατά τη διάρκεια αυτού του μήνα το λάπτοπ μου έπεφτε σε λάθος χέρια ή το κοίταζαν λάθος μάτια.

Το αρχικό σχέδιο, ας πούμε, δεν ήταν να είμαι εγώ σήμερα εδώ. Είχα βρει κάποιον άλλο, ο οποίος είχε δεχθεί να κάνει τη δουλειά έναντι αμοιβής. Βρήκα τα χρήματα με τρόπο που δε με τιμά και του τα έδωσα, αλλά κάτι έγινε πριν από λίγες μέρες και άλλαξα γνώμη.

Πριν από λίγες μέρες είδα τον Πέρκιζα. Τον συνάντησα και κοίταξα στα μάτια του και πέρασα ξυστά από τη σάρκα του και η σάρκα του μου φάνηκε τόσο ευάλωτη και λεπτή, και ο ίδιος τόσο ανθρώπινος και λίγος, που αποφάσισα μέσα μου ότι δε χρειάζεται κανένας Ρώσος, μπορώ και μόνος μου να διεκδικήσω τη γαλήνη που μου έκλεψε. Οπότε ακύρωσα τη συμφωνία, πήρα πίσω όσα από τα λεφτά του είχαν μείνει και μαζί πήρα και το πιστόλι που μου είχε ζητήσει ν’ αγοράσω.

Εδώ, μαζί μου, έχω ένα πιστόλι. Παίρνει σφαίρες εννέα χιλιοστών και είναι μαύρο και γυαλιστερό και αναπάντεχα μεγάλο και βαρύ. Μοιάζει ψεύτικο, σαν πιστόλι για τις Απόκριες, που το πατάς και βγάζει μια σημαιούλα που γράφει «μπαμ». Είναι υπερβολικά άγριο και φθονερό όπλο. Το δέρμα του Πέρκιζα δε χρειάζεται παρά λίγη πίεση για να σκιστεί και ν’ ανοίξει και ν’ αδειάσει από το αίμα του, πέντε λίτρα όλα κι όλα, κι έτσι ο Πέρκιζας να πάψει να υπάρχει. Ετούτο το όπλο δε σκίζει. Διαλύει. Μια σφαίρα στο κεφάλι του, και μετά ο Ανδρέας Πέρκιζας δε θα έχει πια κεφάλι. Το κρεβάτι του θα ζωγραφιστεί απ’ το αίμα και το δέρμα και τα οστά του κρανίου και το μυαλό του Ανδρέα Πέρκιζα, το γκρίζο ζελέ που ήταν ό,τι ήξερε και ό,τι είδε και ό,τι άκουσε ποτέ και ό,τι υπήρξε.

Αυτό θα πάω να ζωγραφίσω σε λίγο.

Ελπίζω να έχω την απαραίτητη ψυχραιμία και την καθαρότητα του νου και την αποφασιστικότητα για να τα καταφέρω. Σε λίγα λεπτά, που θα βγω από το αυτοκίνητο.

 

Τώρα βγήκε λίγος ήλιος.

Η οθόνη του κινητού μου αναβοσβήνει με ευχές. Να ένα SMS από τον Ναπολέοντα. Μήνυμα στο Facebook από την ξανθιά με τα βυζιά. Αναπάντητη από την Ντέμπορα. Δώδεκα αναπάντητες κλήσεις γράφει η οθόνη. Είναι εύκολα τα γενέθλιά μου. Όλοι τα θυμούνται.

Το μυαλό μου σκέφτεται: Κάθε τέσσερα χρόνια ο Φεβρουάριος έχει μια επιπλέον μέρα, εκτός από τις χρονιές που διαιρούνται με το 100, κατά τις οποίες δεν έχει, εκτός από τις χρονιές που διαιρούνται και με το 400, κατά τις οποίες έχει. Το ήξερες αυτό;

Σ’ ετούτο τον υπολογιστή έχω ακόμα αποθηκευμένο ένα αρχείο με τα στοιχεία που έχω συγκεντρώσει για τον Ανδρέα Πέρκιζα, ένα μεγαλύτερο αρχείο με όλα τα στοιχεία για όλες τις υποθέσεις που έχω συγκεντρώσει τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, κι ένα αντίγραφο του μανιφέστου μου. Ακόμα, υπάρχει σε ψηφιακή μορφή η φωτογραφία της γυναίκας μου, αυτή που έκλεψα από το νεκροταφείο. Μπορεί να τη χρειαστούν οι δημοσιογράφοι.

Μόλις τελειώσω αυτές τις γραμμές, θ’ αφήσω το κινητό και το λάπτοπ στη θέση του συνοδηγού και θα βγω από το αυτοκίνητο. Δε θα ξαναγυρίσω σ’ αυτό. Η αστυνομία θα το βρει εύκολα.

 

Τελειώνοντας, θα ήθελα να πω τα εξής:

Θα ήθελα κάποιος να κάνει κάτι για το παιδί του ζευγαριού που μένει στο διαμέρισμα πάνω απ’ το δικό μου. Αυτοί οι άνθρωποι, κυρίως αυτή η γυναίκα, ουρλιάζουν κάθε μέρα και για πάρα πολλές ώρες. Υποθέτω ότι το δέρνουν κιόλας. Δεν μπορώ να καταλάβω τι είδους ύπαρξη είναι η δικιά τους, τι είδους μαρτύριο είναι γι’ αυτούς η ζωή μέσα στο δέρμα τους, και δεν μπορώ να διανοηθώ πόσο κακό κάνουν στο παιδί τους, τι είδους μέλλον του προετοιμάζουν. Αν κάποιος το διαβάζει αυτό, ας ευαισθητοποιηθεί. Έμενα στην οδό Μπεζεστένη 12, στο Γαλάτσι.

Επίσης, θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τους άλλους γείτονές μου, αυτούς που μένουν στο από κάτω διαμέρισμα. Δεν είχα άλλο τρόπο να βρω τα λεφτά. Λυπάμαι που τους τρόμαξα και τους έκλεψα τις οικονομίες τους. Βεβαίως, ξέρω ότι ο κύριος Ηλίας έχει βγάλει περίπου πενήντα χιλιάδες ευρώ στο λογαριασμό του αδερφού του στη Γερμανία και πως, όταν γίνουν ακόμα χειρότερα τα πράγματα, οι δυο τους θα φύγουν. Οι γέροι άνθρωποι που δεν ακούν πολύ καλά, όταν μιλάν φωνάζουν. Είναι εύκολο να τους κρυφακούσεις αν στέκεσαι έξω από την πόρτα τους με τα λεφτά για το νοίκι στο χέρι. Ωστόσο, λυπάμαι πολύ για την ταραχή που τους προκάλεσα. Τους συμβουλεύω να μην ακουμπάνε το δεύτερο ζευγάρι κλειδιά που έχουν στο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα. Κάποιος μπορεί να τα πάρει εύκολα. Σήμερα, φεύγοντας από το σπίτι μου άφησα έξω από την πόρτα τους το φάκελο που μου έδωσε ο Ρώσος. Έχει μέσα χίλια διακόσια ευρώ και τα δύο ρολόγια τους. Πάνω στο φάκελο έγραψα «Κοινόχρηστα» και «Συγγνώμη».

Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τα παιδιά του Ανδρέα Πέρκιζα και από τη γυναίκα του. Δε θα συγχωρήσουν ποτέ, το ξέρω και το καταλαβαίνω. Ας με μισήσουν όσο μισώ τον πατέρα τους. Μερικές φορές, σε κάποιες ζωές, κάνει καλό να υπάρχει ένας μπαμπούλας. Ελπίζω το ότι τους τον παίρνω σήμερα θα μετριάσει τον πόνο τους τις χρονιές που η μέρα αυτή δεν υπάρχει.

Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τον πατέρα μου και τ’ ανίψια μου και τη νύφη μου και τον αδερφό μου και τη Χριστίνα και τον Νικήτα και τους υπόλοιπους ανθρώπους που με ξέρουν καλά. Δεν ξέρω αν θα τους ξαναδώ και κάτω από ποιες συνθήκες, αλλά ξέρω πως θα τους στενοχωρήσω πάρα πολύ και θα τους κάνω να ντραπούν και θα προκαλέσω στις ζωές τους μια πληγή μεγάλη, χαίνουσα, ανεπούλωτη.

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα με θυμούνται σαν κάτι κακό.

Λυπάμαι ειλικρινά γι’ αυτό.

 

Μακάρι να ήταν τα πράγματα αλλιώς και η ζωή να ήταν γεμάτη με κολύμπι και λιακάδες και αγάπη και ομορφιά, και ειρήνη στα μυαλά και γουρουνάκια που τρέχουν στις βροχές και μακάρι οι άνθρωποι ν’ αγκαλιάζονταν τουλάχιστον οκτώ φορές τη μέρα και να έγραφαν πολύ και να χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα καλύτερα και να κοίταζαν τον εαυτό τους στον καθρέφτη καταλαβαίνοντας αυτό που βλέπουν, όλοι.

Αυτός, βεβαίως, θα ήταν ένας κόσμος άλλος.

Και δεν μπορεί να υπάρξει κόσμος άλλος.

Υπάρχει μόνο αυτός.

Ο καλύτερος.

Κι ο καθένας τον αντιμετωπίζει όπως μπορεί, προσαρμόζεται όπως καταλαβαίνει, τον ανέχεται όσο αντέχει.

Εγώ φεύγω.