ΞΥΠΝΗΣΑ πάρα πολύ νωρίς, τρομαγμένος από ένα όνειρο που δε θυμόμουν. Ο ήλιος έλαμπε και οι οθόνες μιλούσαν για λεφτά. Ένιωθα ότι δεν μπορώ να αναπνεύσω καλά κι ένιωθα ένα φύσημα στο κάτω αριστερά μέρος του στήθους μου. Έπλυνα το πρόσωπό μου και μετά κάθισα στον καναπέ, γιατί δεν ήθελα να είμαι όρθιος. Μετά σηκώθηκα πάλι και άνοιξα την μπαλκονόπορτα και ο ήλιος με τύφλωσε και μου ήρθε αναγούλα κι ένιωσα τη γεύση των τοξικών περιεχομένων του στομαχιού μου στο στόμα. Ένιωθα βουητό στο κεφάλι μου και για να ρουφάω αρκετό οξυγόνο έπαιρνα επίτηδες μεγάλες και βαθιές εισπνοές.

Ξανακάθισα στον καναπέ και κουλουριάστηκα με μια κουβέρτα φλις και προσπαθούσα να σκεφτώ λιβάδια και ποτάμια και βουνά χιονοσκέπαστα μακριά στον ορίζοντα, αν και αυτό δε με βοήθησε ποτέ στο παρελθόν. Λίγο αργότερα ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα.

Φόρεσα στεγνά ρούχα και αμέσως ένιωσα καλύτερα. Άνοιξα πάλι τις οθόνες, αλλά εκεί είχε αρχίσει ήδη να ρέει ένας ποταμός βλακείας από ανθρώπους που δεν κοιτάζονται αρκετά στον καθρέφτη και είναι πολύ σίγουροι ότι έχουν δίκιο. Όλοι προσπαθούν να εκφράσουν τη δυστυχία τους με φτωχές, ανεπαρκείς κουβέντες. Όλοι οι αθώοι και οι ενάρετοι.

Θεώρησα ότι θα ήταν καλό να βγω από το σπίτι στον καθαρό αέρα. Φόρεσα το μαγιό και τα ρούχα μου από πάνω και πήρα την τσάντα με το μπουρνούζι και την πετσέτα και βγήκα για να πάω στο κολυμβητήριο, αλλά στο δρόμο, οδηγώντας, άλλαξα γνώμη. Ο ήλιος έλαμπε υπερβολικά και έβλεπα τα πάντα ξεβαμμένα, μονόχρωμα, και η ζαλάδα επέστρεφε και υποχωρούσε και ξαναεπέστρεφε και κάθε μου ανάσα ήταν μια προσπάθεια. Δεν ήθελα να πάω για κολύμπι έτσι.

Θυμήθηκα μια εποχή παλιά, που μου άρεσε να μπαίνω σ’ ένα αυτοκίνητο και να οδηγώ, να βγαίνω στο δρόμο και να πηγαίνω, χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μόνο και μόνο για ν’ απολαμβάνω την αίσθηση δύο τόνων σίδερου γύρω μου, που τσουλάν σε λαστιχένιες ρόδες πάνω σε επιφάνεια λεία με ταχύτητα παράλογα μεγάλη.

Δε θυμόμουν πότε έπαψα να το απολαμβάνω.

Θυμάμαι: όταν γνώρισα τη γυναίκα μου. Τότε άρχισε να με νοιάζει περισσότερο ο προορισμός.

Σταμάτησα σ’ ένα πάρκινγκ λεωφορείων για λίγο και πήρα μερικές πολύ βαθιές ανάσες και αποφάσισα να δοκιμάσω να πάω μια βόλτα με το αυτοκίνητο. Το τζιπ του πατέρα μου είναι παλιό και ιαπωνικό και όχι πολύ γρήγορο ή άνετο, αλλά είναι αυτόματο και ζυγίζει περισσότερο από δύο τόνους σίδερο και ήμουν μέσα του και μου φάνηκε μια καλή λύση.

Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με δυστυχισμένους ανθρώπους, που πήγαιναν σε δουλειές ετοιμοθάνατες. Οδηγούσαν σαν ετοιμοθάνατοι. Στην έξοδο για την Εθνική οδό υπήρχε μποτιλιάρισμα, στο σημείο που ο δρόμος στον οποίο βρισκόμουν χωριζόταν σε δυο λωρίδες, η μία εκ των οποίων οδηγούσε πάνω από την Εθνική, η άλλη μέσα της. Όλοι ήθελαν να μπουν μέσα της. Καθώς περιμέναμε στην ουρά, στη σωστή λωρίδα, άνθρωποι έρχονταν από αριστερά και προσπαθούσαν να μπουν μπροστά μας, κι εμείς τους αφήναμε.

Αυτό κάνουμε εδώ πέρα, θα έγραφα στις οθόνες, αν έμπαινα ποτέ στο μάταιο κόπο να γράψω στις οθόνες. Σ’ αυτή τη χώρα όλο αφήνουμε τους άλλους να μπαίνουν μπροστά μας στην ουρά. Και είναι τόσο πολλοί και είμαστε τόσο ανήμποροι και λίγοι και δειλοί, που ποτέ δε θα ξεκολλήσουμε από το μποτιλιάρισμα. Ο προορισμός, εν τω μεταξύ, απομακρύνεται.

 

Η γυναίκα μου κι εγώ είχαμε μια συνήθεια, μας άρεσε να πηγαίνουμε για περπάτημα, οπουδήποτε κι αν είμαστε. Το περπάτημα ήταν κάτι που μου άρεσε πάντα, γιατί είναι ένας τρόπος μετακίνησης αργός, σου δίνει τη δυνατότητα να παρατηρήσεις τα πράγματα γύρω σου, να καταλάβεις την ουσία της διαδρομής. Επίσης σου δίνει το χρόνο να σκεφτείς. Μου αρέσει πιο πολύ κι απ’ την οδήγηση. Αλλά δεν περίμενα ότι θα μου άρεσε να περπατώ μ’ έναν άλλο άνθρωπο δίπλα. Νόμιζα ότι θα μου αποσπούσε την προσοχή, ότι δε θα μπορούσα να παρατηρήσω καλά ή να συγκεντρωθώ στις σκέψεις που πρέπει να γίνουν. Είχα δίκιο, αλλά δεν είχα προβλέψει ότι είναι πιο ωραία έτσι.

Με τη Ζωή ανεβαίναμε στην Πάρνηθα και περπατούσαμε ή κατεβαίναμε στη θάλασσα ή παίρναμε το μετρό και κατεβαίναμε στα Πετράλωνα, ας πούμε, κι από κει το κόβαμε με τα πόδια μέχρι την Ακρόπολη. Πολλές φορές στο δρόμο κουβεντιάζαμε, αλλά την περισσότερη ώρα περπατούσαμε βουβοί, ο καθένας στις σκέψεις του, κοιτάζοντας τα δικά του, και νιώθαμε μια χαρά, πολύ άνετα.

Το αγαπημένο μας σημείο στον κόσμο ήταν τα Αναφιώτικα, ένας μικρός οικισμός στους πρόποδες της Ακρόπολης, που αποτελείται από μικρά χωριατόσπιτα, τόσο παλιά και παραδοσιακά που τέτοια δε βλέπεις ούτε στα χωριά, πια. Από κει πάνω τις ώρες τις απογευματινές μπορούσες να δεις την Αθήνα ολόκληρη λουσμένη σ’ ένα χρυσό φως, καθισμένος ανάμεσα σε φρεσκοβαμμένους τοίχους, με νωχελικές γάτες να περιδιαβαίνουν και σε απόλυτη ησυχία. Το κάναμε συχνά, στην αρχή.

 

Στην Εθνική τα αυτοκίνητα έτρεχαν με εκατόν είκοσι χιλιόμετρα και η αριστερή λωρίδα ήταν γεμάτη με φορτηγά και η πιο γρήγορη λωρίδα απ’ όλες, γεμάτη με αυτοκίνητα αξίας εκατό χιλιάδων ευρώ, ήταν η λωρίδα ασφαλείας.

Οδήγησα βόρεια. Στα διόδια ο μπροστινός μου βγήκε από το αυτοκίνητο και άνοιξε την μπάρα με τα χέρια και μετά ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και πέρασε χωρίς να πληρώσει. Οδηγούσε ένα τζιπ πολύ μεγαλύτερο και ακριβότερο από του πατέρα μου. Εγώ πλήρωσα.

Όσο απομακρυνόμουν, η πυκνότητα των αυτοκινήτων μειωνόταν και το ποσοστό των οδηγών που οδηγούσαν μιλώντας στο κινητό έπεφτε. Πενήντα χιλιόμετρα μακριά από την Αθήνα είχαμε μείνει μόνο αυτοί που προσπαθούν ν’ αποδράσουν κάπου και αυτοί που προσπαθούν να αποδράσουν χωρίς προορισμό. Μπορούσες να καταλάβεις τη διαφορά: Οι πρώτοι πήγαιναν πιο γρήγορα.

Δοκίμασα ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο και πέρναγα τους σταθμούς έναν-έναν, μα τα παράσιτα ανακάτευαν κάτι θεμελιώδες μέσα μου, προκαλούσαν συντονισμό στις μεμβράνες των κυττάρων μου και η ζαλάδα γινόταν εντονότερη. Το κινητό μου χτύπησε και ήταν ο πατέρας μου και δεν απάντησα.

Συνειδητοποίησα εκείνη τη στιγμή πως αν πάθαινα μια κρίση πανικού στην Εθνική, τρέχοντας με εκατόν είκοσι χιλιόμετρα την ώρα, μάλλον δε θα προλάβαινα να κάνω στην άκρη. Κι αν προλάβαινα, οπωσδήποτε μια Πόρσε σαν της Νίκης της Κατσούρα θα μ’ έπαιρνε σβάρνα, τρέχοντας με διακόσια στη λωρίδα ασφαλείας.

Αυτή η ιδέα μου προξένησε άγχος και άρχισα ν’ αναπνέω πάλι πολύ γρήγορα και βαθιά και σκέφτηκα ότι θα έπρεπε να έχω πάρει ένα μπουκάλι νερό πριν φύγω, γιατί διψούσα.

Καθώς οδηγούσα οι σκέψεις μου έτρεχαν με ρυθμό πιο δαιμονιώδη από συνήθως. Μπλέκονταν μεταξύ τους και γεννούσαν νέες, ακατάληπτες σε οποιαδήποτε γλώσσα, τερατογενέσεις σκέψεων θνησιγενείς μα φρικώδεις. Η κακοφωνία στο κεφάλι μου έσβηνε τις λεπτομέρειες της υφής του κόσμου και μ’ έκανε να νιώθω βουλιαγμένος σε μια θολούρα, σαν να περιφέρομαι σε μια πραγματικότητα που είναι αίφνης κολλώδης, υποβρύχια.

Γι’ αυτό οδηγούσα: Ήθελα να πάω κάπου μακριά από τα συνήθη μου ερεθίσματα για ν’ αδειάσει το μυαλό μου, να ηρεμήσει και να σταματήσουν τα σωματικά συμπτώματα της βίας που συντελούνταν στο κεφάλι μου. Προς το παρόν δε δούλευε το κόλπο.

 

Μιλούσαμε πολύ, ειδικά τα πρώτα χρόνια μιλούσαμε συνέχεια. Της έλεγα ό,τι ήξερα, όποια πληροφορία είχα μαζέψει, ό,τι είχα διαβάσει στις οθόνες μου, ό,τι είχα ακούσει πως συζητιέται. Την ενδιέφεραν τα πάντα. Δεν είχε πάντα κάτι πνευματώδες να πει, αλλά τα άκουγε όλα. Για την τηλεόραση, για τη μουσική, για βιβλία, για πολιτική, για τεχνολογία, για αυτοκίνητα, για την επιστήμη, για αθλητικά, ακόμα και για αθλητικά, συζητούσαμε για τα πάντα. Κι αυτή μου έλεγε τα δικά της, για αρχιτεκτονική και για ηθοποιούς και για ταινίες και για το θέμα που τη συνάρπαζε πιο πολύ απ’ όλα, για τους εναπομείναντες απομονωμένους ιθαγενείς που ανακαλύπτονται πότε-πότε στον Αμαζόνιο, αυτούς που δεν ξέρουν τι είναι τα αεροπλάνα και δεν έχουν δει λευκούς ποτέ. Την ενθουσίαζε κάθε φορά που διάβαζε πως βρήκαν κάποιους τέτοιους. Πολύ ήθελε να συναντήσει κάποιον κάποτε και να του μιλήσει. Η θεωρία της ήταν πως η εμπειρία θα ήταν ολόιδια με το να συναντάς έναν άνθρωπο που έχει ταξιδέψει στο χρόνο από την εποχή, ας πούμε, του χαλκού. Ήταν μια ενδιαφέρουσα θεωρία. Αυτό ήταν ένα άλλο θέμα συζήτησης: Σε ποια εποχή θα θέλαμε να ζούμε (αυτή: στη Γαλλία του Λουδοβίκου του 14ου, εγώ: στο μέλλον ή, μετά από πολλή πίεση να διαλέξω κάτι από το παρελθόν, στη Φλωρεντία της Αναγέννησης) ή σε ποια χώρα. Όταν μου μιλούσε για τέτοια πράγματα έχανε τη φυσική της έπαρση, έπαυε να υποδύεται, γινόταν κάτι αυθεντικό και σπάνιο, μιλούσε αληθινά και τότε την ένιωθα δικιά μου. Κανείς άλλος δεν την άκουγε να μιλάει έτσι.

 

Λίγο πριν από τη Χαλκίδα βγήκα από την Εθνική σ’ ένα δρόμο που οδηγούσε σε τοπικά χωριά κι έστριψα σ’ ένα χωματόδρομο που χώριζε δυο άδεια τετράγωνα χωράφια. Σταμάτησα το αυτοκίνητο και άνοιξα τα παράθυρα. Ο αέρας ήταν κρυστάλλινος και μύριζε χώμα και κάπου τιτίβιζαν πουλιά. Έγειρα το κάθισμα προς τα πίσω και έκλεισα τα μάτια μου και άνοιξα το στόμα για ν’ αναπνέω γρήγορα και σε λίγο δε μύριζα πια τίποτα και η αναπνοή μου έγινε λίγο πιο κανονική και βούλιαξα για λίγο σ’ εκείνο το μέρος που πας ακριβώς πριν ξυπνήσεις, όπου μπορείς να παρεμβαίνεις για λίγα δευτερόλεπτα στα όνειρα και να τους πεις τι θέλεις να γίνει.

Για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα ότι πέταγα. Πάνω από πορτοκαλιά φαράγγια με σκουροπράσινα δάση στα έγκατά τους, με τον ουρανό από πάνω μου βαθύ μπλε και γεμάτο αστέρια και με το γαλαξία να μοιάζει με γιγάντειο υπόλευκο μονοπάτι, ορατός αν και ήταν μέρα, όπως στα βίντεο με τις ομορφιές της φύσης στο ίντερνετ. Πετούσα μόνος και ήξερα ότι από κάτω δεν υπάρχει άλλο ζωντανό έλλογο πλάσμα. Ήμουν ο τελευταίος κληρονόμος της Γης, μόνος με τα δέντρα και τα πουλιά και τα αθάνατα φύκια. Όλο το νερό των ωκεανών ήταν δικό μου, για να μπαίνω μέσα του για πάντα. Πετούσα και ήταν υπέροχα, αλλά μετά κατάλαβα ότι δεν μπορώ ν’ αλλάξω πορεία. Προσπάθησα να στρίψω φέρνοντας το σώμα μου μία έτσι, μία αλλιώς, αλλά καμία διαφορά δεν έκανε, ο αέρας δεν καταλάβαινε, η πορεία μου έμενε ίδια. Αυτό μ’ ενοχλούσε. Συνέχισα να προσπαθώ, και τότε ξύπνησα.

Ξύπνησα σε μια στάση εντελώς διαφορετική από αυτή που είχα όταν έκλεισα τα μάτια μου. Είχαν περάσει μόνο λίγα λεπτά. Ένιωθα κάπως αναζωογονημένος.

Τηλεφώνησα στον πατέρα μου, το άφησα να χτυπήσει δύο φορές και το έκλεισα πάλι. Θα ήθελε να μου μιλήσει για τις εξελίξεις, για τα δισεκατομμύρια και για το ευρώ και γι’ αυτά που θ’ αλλάξουν και γι’ αυτά που θα μείνουν ίδια, που θα είναι λίγα και ακόμα άγνωστα. Έκλεισα τα παράθυρα. Βγήκα από το αυτοκίνητο και περπάτησα στο δρόμο τον από χώμα, το νοτισμένο μόνιμα, και κατούρησα στο χώμα και μετά γύρισα στο αυτοκίνητο και άνοιξα την πόρτα και κάθισα στη θέση του οδηγού. Έμεινα για αρκετή ώρα εκεί. Άρχισε να νυχτώνει.

Στην οθόνη του κινητού μου έγραφε ότι οι καρποί ενός λουλουδιού που είχε πεθάνει πριν από τριάντα δύο χιλιάδες χρόνια, τα οποία είχαν περάσει κοιμισμένοι στην παγωμένη τούνδρα της Ρωσίας, βλάστησαν σήμερα κι έβγαλαν καινούργια λουλούδια.

Η οθόνη έλεγε επίσης ότι σαν σήμερα ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς εξέδωσαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, έγινε τσάρος ο πρώτος Ρομανόφ, απελευθερώθηκαν τα Γιάννενα, καταργήθηκαν οι ταυτότητες στην Αγγλία, κρατικοποιήθηκαν όλες οι επιχειρήσεις στην Κούβα και πήγε ο Νίξον στην Κίνα. Ακόμα, σαν σήμερα πέθανε ο σπουδαίος Ινδονήσιος κομμουνιστής ηγέτης Ταν Μαλάκα. Έτσι λεγόταν.

Έμεινα στο χωράφι μέχρι που νύχτωσε κανονικά, γιατί ήθελα να δω τ’ αστέρια.

Είμαστε περίεργα όντα, το ’χω ξαναγράψει. Άλλη μια απόδειξη: Περνάμε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας απασχολούμενοι μ’ αυτά που γίνονται στη Γη, γύρω μας, μέσα μας, αλλά σχεδόν ποτέ δεν κοιτάμε από πάνω μας. Το μισό οπτικό μας πεδίο σ’ ολόκληρη τη ζωή μας είναι από πάνω μας, ένα γιγάντειο και χαώδες και απέραντο μηδέν. Εστιάζουμε στα κοντινά κι αγνοούμε τη συγκλονιστική αλήθεια: Ο μισός μας κόσμος είναι μια αχανής τρύπα.

Ο ουρανός είναι το κενό. Είναι το τίποτα. Αν για κάποιο λόγο ξαφνικά η βαρύτητα έπαυε να ισχύει, θα πέφταμε στον ουρανό. Σκέψου το. Κοιτάς τον ουρανό τη μέρα, σαν ένα γιγάντειο γαλάζιο ταβάνι ή, αν έχει συννεφιά, σαν ένα ταβάνι από βαμβάκι, και τον κοιτάς τη νύχτα και είναι διάστικτος από φωτάκια τα οποία μοιάζουν πολλά, και είναι πολλά, μα σε σύγκριση με το απέραντο τίποτα που είναι το σύμπαν είναι ελάχιστα, είναι τίποτα. Ο ουρανός είναι μια ατέλειωτη τρύπα. Πάνω απ’ το κεφάλι μας κρέμεται το άδειο σύμπαν, και περνάμε τις μέρες μας αγνοώντας το, ίσως επειδή είναι πολύ μεγάλο, πολύ ακατανόητο.

 

Τον τελευταίο χρόνο είχαμε σταματήσει να περπατάμε πολύ επειδή είχαν σφίξει κάπως οι δουλειές μας, είχαν απολυθεί άνθρωποι και στο αρχιτεκτονικό της γραφείο και στη δικιά μου την εταιρεία, και έπρεπε να κάνουμε περισσότερα πράγματα και δεν προλαβαίναμε. Την τελευταία φορά που περπατήσαμε, πήγαμε βόλτα στο Φλοίσβο και περπατήσαμε δίπλα στη θάλασσα χαζεύοντας τα καράβια στις μαρίνες και τους ανθρώπους και τα τραμ. Βαριόμασταν λίγο και έκανε κρύο και βιαζόμασταν να γυρίσουμε στο σπίτι για ν’ αράξουμε στον καναπέ, και δεν είπαμε σχεδόν τίποτα. Δηλαδή σίγουρα κάτι είπαμε. Κάτι θα σχολιάσαμε, δεν μπορεί. Κάποιους γονείς με εκνευριστικά παιδάκια, κάποιο προκλητικά κραυγαλέο σκάφος, μια κυρία με πολλά κοσμήματα, ένα σκυλί που μοιάζει με ποντίκι. Μπορεί να μιλήσαμε για τα όνειρά μας και τις φιλοδοξίες μας, για τη Νέα Υόρκη και για προϊστορικούς ιθαγενείς και για τη σειρά που θα βλέπαμε το βράδυ στην τηλεόραση. Αλλά δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι καθόλου. Αν ήξερα ότι είναι η τελευταία φορά, θα έκανα μεγαλύτερη προσπάθεια, θα μιλούσα περισσότερο. Θα θυμόμουν.

 

Κοίταξα τ’ αστέρια. Ο γαλαξίας χώριζε τον ουρανό στα δύο.

Γύρισα το κλειδί στη μίζα και βγήκα ξανά στο δρόμο, μαζί με τους άλλους μελλοθάνατους.