ΕΙΜΑΙ ΤΩΡΑ σχεδόν οκτώ μήνες χωρίς δουλειά. Για οκτώ μήνες ζω μέσα σ’ αυτό το σπίτι και κανονίζω το πρόγραμμά μου μόνος μου και τις περισσότερες στιγμές είμαι ακριβώς στο σημείο που θέλω να είμαι, όχι στο σημείο που πρέπει να είμαι. Κυκλοφορώ γυμνός μέσα στο σπίτι όταν το επιτρέπει ο καιρός και χέζω με ανοιχτή την πόρτα του μπάνιου. Μπορώ να περάσω μια ολόκληρη μέρα χωρίς να αρθρώσω ούτε μία λέξη. Μπορώ να περάσω ολόκληρη μέρα χωρίς να δω ούτε ένα πρόσωπο ζωντανού ανθρώπου. Μπορώ να σηκωθώ και να φύγω από το σπίτι μου και να πάω προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να μείνω εκεί για όσο διάστημα θέλω, χωρίς να ειδοποιήσω κανέναν και χωρίς να με ξέρει κανένας και χωρίς να με αναζητήσει κανένας. Η ζωή μου είναι τέτοια που, αν πεθάνω, είναι αρκετά πιθανό να μη με βρουν για μέρες. Θα με αναζητήσουν κάποιοι βέβαια, έχω ακόμα ανθρώπους που θα με αναζητήσουν, αλλά νομίζω τρεις μέρες τις έχω άνετα, μπορεί παραπάνω, μπορεί και πέντε, μέχρι να φτάσει στο σημείο κάποιος, ο Νικήτας μάλλον, ή και η Χριστίνα πλέον, ν’ ανησυχήσει τόσο που θα έρθει στο σπίτι μου και θα χτυπήσει την πόρτα και δε θ’ ανοίγω και θα ψάξει να βρει ποιος έχει κλειδιά γιατί κάτι περίεργο συμβαίνει, μια περίεργη μυρωδιά βγαίνει από το διαμέρισμά μου.

Δεν είναι μια κακή ζωή. Η ελευθερία αυτή, να ζεις ολομόναχος μέσα στο δέρμα σου, αυτάρκης, μπορεί υπό προϋποθέσεις να είναι ευχάριστη, εθιστική.

 

Η μέρα που ο Ναπολέων με κάλεσε στο γραφείο του για να με απολύσει, θυμάμαι ότι ήταν ωραία και ηλιόλουστη και είχα κολυμπήσει για πολλή ώρα κι ένιωθα πολύ ελαφρύς και ήρεμος και κοίταζα τον κόσμο μ’ ένα βλέμμα μειλίχιας αδιαφορίας και ένιωθα ότι ο κόσμος μού το ανταπέδιδε, και αυτό μου άρεσε.

Απολύθηκα επειδή η εταιρεία δεν πήγαινε καλά και επειδή έπρεπε να γίνουν περισσότερες περικοπές γιατί τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα και δεν υπήρχε ρευστότητα γιατί οι δύο εφημερίδες και τα τρία περιοδικά και τα δώδεκα sites του ομίλου δεν πουλούσαν πολλές διαφημίσεις, κι αυτές που πουλούσαν δεν τις πληρώνονταν από τις διαφημιστικές εταιρείες γιατί οι διαφημιστικές εταιρείες δεν είχαν λεφτά και απέλυαν κόσμο επίσης, γιατί οι πελάτες τους δεν τις πλήρωναν, γιατί οι πελάτες τους δεν είχαν λεφτά και απέλυαν κόσμο επίσης.

Ο Ναπολέων με είχε φωνάξει για να μου τα πει αυτά στο γραφείο του, το οποίο ήταν βαμμένο μαύρο και ο τοίχος ήταν ταυτόχρονα τοίχος και μαυροπίνακας και μπορούσες να γράψεις με κιμωλία, και σ’ ένα σημείο είχε γράψει με κιμωλία «Το Τζάμπα Πέθανε» και «Ο πρώτος είναι πρώτος, ο δεύτερος τίποτα» και «ROI über alles», που δεν καταλάβαινα τι σημαίνει, και νούμερα που έδειχναν πόση επισκεψιμότητα έχουν τα websites του ομίλου, που δεν ήταν και πολύ μεγάλη. Στον απέναντι τοίχο είχε κρεμάσει έναν πίνακα που είχε ζωγραφίσει ο ίδιος κι έδειχνε κάτι που μπορεί να ήταν ένα ροζ ηλιοβασίλεμα ή ένα ανάσκελο μουνί, ένα από τα δύο. Στο γραφείο του είχε γελοία κουκλάκια, αρωματικά κεριά, μια φωτογραφία της γυναίκας του, που ήταν τόσο όμορφη που με εξόργιζε, και μία lava lamp, μια από αυτές τις μακρόστενες λάμπες που τις ανάβεις και όταν ζεσταίνονται έχουν κάτι χρωματιστές φουσκάλες που ανεβοκατεβαίνουν και ήταν πολύ δημοφιλείς τη δεκαετία του εβδομήντα.

Αν και ο στόμφος του ήταν στα αναμενόμενα ανεκδιήγητα επίπεδα και η φωνή του μ’ έκανε να θέλω να του σφηνώσω τη lava lamp στο λαρύγγι και η μούρη του μ’ έκανε να θέλω να τον πλακώσω στα χαστούκια, μπορούσα να καταλάβω ότι δεν αισθανόταν καθόλου άνετα μ’ αυτή τη συζήτηση. Δε χαιρόταν καθόλου που με απολύει. Ήμουν σίγουρος βέβαια ότι δεν τον ένοιαζε καθόλου το ότι χάνω τη δουλειά μου. Καταλάβαινα ότι λυπόταν που το όραμά του για μια δυναμική εταιρεία των μίντια και του ίντερνετ, με τον ίδιο σε θέση ηγετική και με λεφτά και με δόξα, χανόταν, κατέρρεε, διαλυόταν στη δίνη της οικονομικής κρίσης, του υπερφίαλου υπερδανεισμού και του γεγονότος ότι ο νέος ιδιοκτήτης της ήταν ένα από τα μεγαλύτερα λαμόγια που περπατήσαν ποτέ στη Γη.

Στενοχωριόταν επειδή παλαβά όνειρα που είχε στο κεφάλι του ποτέ δε θα γίνονταν πραγματικότητα, κι αυτό το συνειδητοποιούσε πια, αργά και σταθερά, και από αυτή την άποψη ο Ναπολέων είναι σαν πολλούς άλλους Έλληνες.

Δέχτηκα τα νέα με ψυχραιμία και χωρίς πολλή έκπληξη, καθώς τον τελευταίο χρόνο τα σημάδια είχαν πληθύνει. Σχεδόν κάθε μήνα συνάδελφοι από όλα τα τμήματα της εταιρείας έπαιρναν πόδι. Ξαφνικά οι πληρωμές μας είχαν αρχίσει να καθυστερούν – πρώτα μερικές μέρες, μετά ολόκληρες εβδομάδες. Κάθε εβδομάδα ακούγονταν συζητήσεις με θέμα το χαρτί: Ήταν αμφίβολο αν θα μπορούσε η εταιρεία ν’ αγοράσει χαρτί για να τυπωθούν οι εφημερίδες. Μερικές φορές τελείωνε το σαπούνι και το χαρτί υγείας στο μπάνιο, και ρωτούσαμε τη γραμματέα γιατί, και μας έλεγε «γιατί δεν έχουν πληρωθεί οι προμηθευτές και δεν έχει λεφτά το ταμείο ν’ αγοράσει». Τα σημάδια ήταν εκεί, όλοι γνωρίζαμε ότι η ώρα πλησιάζει για όλους, αλλά ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα, ποτέ δεν μπορείς να είσαι εντελώς προετοιμασμένος.

Εκ των υστέρων αποδείχτηκε ότι ήμουν πολύ τυχερός βέβαια, και ότι εκείνη η απόλυση ήταν το καλύτερο πράγμα που μπορούσα να περιμένω από αυτή την εταιρεία. Ο Ιούνιος, που ήταν ο μήνας στο τέλος του οποίου απολύθηκα, θα γινόταν και ο τελευταίος μήνας κατά τον οποίο η εταιρεία θα πλήρωνε τους μισθούς των υπαλλήλων της, έστω και καθυστερημένα. Εγώ πρόλαβα και πήρα και την αποζημίωσή μου, η οποία ήταν ένα ικανοποιητικό ποσό, σχεδόν πενταψήφιο (και αμέσως πήγα και αγόρασα ένα καινούργιο λάπτοπ), αλλά οι συνάδελφοι που έφυγαν τους επόμενους μήνες, όλοι από μόνοι τους, έχουν κάνει ασφαλιστικά μέτρα εναντίον της εταιρείας ζητώντας αποζημιώσεις και δεδουλευμένα. Το Νοέμβριο η εταιρεία μπήκε στο άρθρο 99, δηλαδή πτώχευσε, και έκλεισαν όλα τα περιοδικά και οι δύο εφημερίδες και τα έντεκα από τα δώδεκα sites (το άλλο πουλήθηκε νωρίτερα) και απολύθηκαν όλοι χωρίς να πάρουν φράγκο. Ο Ναπολέων θα έμενε να φάει την κατρακύλα μέχρι το τέλος, μέσα στο μαύρο του γραφείο με τη lava lamp να λάμπει, σβήνοντας μεγαλεπήβολα όνειρα γραμμένα με κιμωλία στον τοίχο.

Ο μαλάκας.

Υπήρχαν μόνο δύο λόγοι που μ’ έκαναν να στενοχωριέμαι που φεύγω από κείνη τη δουλειά, που ήταν και η πρώτη μου. Ο πρώτος ήταν ότι πηγαίνοντας σ’ ένα γραφείο με άλλους ανθρώπους βρισκόμουν σ’ ένα γραφείο με άλλους ανθρώπους, και τους χρειαζόμαστε τους ανθρώπους, δεν μπορούμε να υπάρξουμε χωρίς αυτούς, ακόμα και όσοι, όπως εγώ, σε γενικές γραμμές τους μισούμε. Το δέκατο τέταρτο κεφάλαιο του μανιφέστου μου έχει τίτλο: «Να είσαι ανάμεσα στους ανθρώπους».

Είχα κάποιους φίλους καλούς εκεί, έναν τον λέγαν Φρίξο, μια τη λέγαν Μελπομένη, μιαν άλλη τη λέγαν Δέσποινα, και ήταν ευχάριστο οι φάτσες τους να είναι ανάμεσα στις σταθερές της ζωής μου, αν και δεν είχαμε πολλά κοινά. Ήξεραν όλοι τους τη γυναίκα μου και τους πρώτους μήνες τους δύσκολους με είχαν βοηθήσει πολύ. Δεν έχω κρατήσει ουσιαστική επαφή με κανέναν τους. Απ’ όσο ξέρω, κανείς τους δε δουλεύει ως δημοσιογράφος πια.

Ο δεύτερος λόγος ήταν επίσης οι άνθρωποι: οι υπόλοιποι άνθρωποι. Οι άτριχοι πίθηκοι που εξαρτώνται από τη γνώση, την εμπειρία και το μιμητισμό για να μάθουν να διακρίνουν το καλό απ’ το κακό.

Αν και σε όλη τη μικρή μου καριέρα ήμουν από αυτούς τους δημοσιογράφους τους μέτριους, που δεν τους έχει ακούσει ποτέ κανένας, οι οποίοι γράφουν το μεγαλύτερο ποσοστό των λέξεων που γράφονται στα χάρτινα μίντια και τελευταία στις οθόνες, λέξεις μέτριες, μεταφρασμένες, βιαστικές, και οι οποίοι πληρώνονταν με ψίχουλα και πλέον πληρώνονται με τίποτα, η αντίληψή μου για τη δουλειά και τα πράγματα άλλαξε τη στιγμή που ο πρωθυπουργός βγήκε με μια μοβ γραβάτα στις εσχατιές της χώρας, στο Καστελόριζο, και ανακοίνωσε ότι πτωχεύσαμε. Τότε ήμουν ακόμα παντρεμένος κι ευτυχισμένος και γεμάτος όρεξη και αισιοδοξία για το μέλλον, και τη μέρα εκείνη, που τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά κατέρρευσαν, συνειδητοποίησα ότι κάτι πολύ μεγάλο και σπουδαίο συμβαίνει τώρα εδώ πέρα, κάτι που λίγες γενιές ζουν, κάτι αντίστοιχο σε μέγεθος και σε σημασία με τη χούντα, τον Εμφύλιο, την Κατοχή, και όλους τους πολέμους και τις καταστροφές που προηγήθηκαν σ’ αυτή τη χώρα, που ήταν πολλές. Αποφάσισα ότι κάτι ουσιαστικό πρέπει να κάνω, ότι με κάποιον τρόπο πρέπει να συμμετάσχω, να βοηθήσω, να καταγράψω, να μάθω.

Οπότε άρχισα να συγκεντρώνω σ’ ένα φάκελο στις οθόνες μου όποια στοιχεία και άρθρα και στατιστικά και έρευνες έβρισκα, και επίσης μάζευα και προφορικά στοιχεία και μαρτυρίες όταν τις έβρισκα, και όλα αυτά τα διάβαζα και τα ξεψάχνιζα όποτε είχα χρόνο, και μετά το θάνατο της γυναίκας μου αφιέρωνα κάποιες από τις ελεύθερες ώρες μου, όταν δεν κοιτούσα το ταβάνι ή τον καθρέφτη ή έπαιζα video games ή βάραγα μαλακία, στο να τα μελετάω και να τα εμπλουτίζω περισσότερο.

Πλέον έχω ένα αρκετά μεγάλο αρχείο με υποθέσεις και σκάνδαλα και στοιχεία για όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, πράγματα που οδήγησαν στην κατάρρευση, που εξελίσσεται κάθε μέρα.

Από αυτή τη μελέτη έβγαλα δύο συμπεράσματα:

Πρώτον, ότι η ιστορία ετούτη εδώ δε λέγεται σωστά. Αυτό που ζούμε δεν καταγράφεται όπως πρέπει. Παρόλο που περνάω το μεγαλύτερο μέρος της μέρας κοιτάζοντας οθόνες, πολύ συχνά και για πάρα πολλά θέματα που αφορούν στη χώρα μου δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δε νομίζω να φταίει το μυαλό μου, ή απλά το ότι νιώθω ξένος προς τους γύρω μου, ή το ότι συνήθως βαριέμαι τα θέματα που αφορούν στη χώρα μου. Έχω καταλήξει πως φταίει το ότι κανένας δε γράφει σωστά και αναλυτικά γι’ αυτά που γίνονται. Αυτό είναι ένα σοβαρό πρόβλημα και ένα σοβαρό κενό.

Δεύτερο συμπέρασμα: Το πρόβλημα είναι οι άνθρωποι. Όχι τα κράτη ή οι τραπεζικοί οργανισμοί ή οι συνθήκες ή οι οικονομίες ή οτιδήποτε το θεσμικό και το αφηρημένο. Οι άνθρωποι. Αυτοί φταίνε για όλα. Και πιθανότατα οι άνθρωποι είναι το πρόβλημα σε όλες τις χώρες του κόσμου. Πιθανότατα οι άνθρωποι είναι το σοβαρότερο πρόβλημα της ανθρωπότητας.

Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της καταστροφής της Δρέσδης δεν ήταν ο βομβαρδισμός αυτός καθαυτόν –που ήταν το χειρότερο απ’ όλα–, αλλά το ότι η Δύση έμαθε γι’ αυτόν πολλά πολλά χρόνια αργότερα. Οι συμμαχικές δυνάμεις τον κράτησαν κρυφό επίτηδες, και μόνο μετά από περίπου μια δεκαετία άρχισε να γίνεται γνωστό τι είχε συμβεί εκεί. Ο λόγος ήταν ότι ο βομβαρδισμός ήταν εντελώς άχρηστος. Οι αξιωματούχοι των συμμάχων δήλωσαν –χρόνια μετά, τονίζω– ότι η επιχείρηση είχε γίνει επειδή η Δρέσδη ήταν σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο και είχε εργοστάσια. Ο βομβαρδισμός ωστόσο είχε αφήσει άθικτες τις περισσότερες γέφυρες γύρω από την πόλη, καθώς και τα περισσότερα εργοστάσια, που βρίσκονταν στα προάστια. Το μόνο που είχε κατορθώσει ήταν να ισοπεδώσει το πανέμορφο κέντρο της και να σκοτώσει τους ανθρώπους.

Άνθρωποι τις πήραν αυτές τις αποφάσεις και άνθρωποι τις εκτέλεσαν και άνθρωποι πέθαναν και μετά άνθρωποι τις έκρυψαν για να μην τις μάθουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.

Έτσι είναι οι άνθρωποι.

Αυτά κάνουν.

Τους χρειαζόμαστε, αλλά οι άνθρωποι είναι ποταποί και μικροί και ατελείς και σκέφτονται πιο πολύ με το στόμα και κανείς τους δεν κάθεται να γράψει ένα μανιφέστο και δεν κοιτάζουν αρκετά στον καθρέφτη.

Αυτό ήθελα να καταγράψω με τα στοιχεία και τις ιστορίες που είχα μαζέψει, το πώς είναι οι άνθρωποι και πώς αυτό έχει προκαλέσει τα βάσανά τους σήμερα, και η απόλυσή μου θα την έκανε την όλη διαδικασία δυσκολότερη. Βέβαια, σήμερα, αν κάποιος θέλει να πει κάτι, δε χρειάζεται εκδότες ή μεσάζοντες: πατάει τα κουμπιά και ορίστε, οποιοσδήποτε μπορεί να το ψάξει, να το βρει και να το διαβάσει σε οθόνες κάθε μεγέθους από οπουδήποτε. Αλλά είναι αλλιώς να παίρνεις τηλέφωνο κάποιον και να του λες «είμαι από την τάδε εφημερίδα». Οπότε είδα την απόλυσή μου ως πλήγμα.

 

Το καλοκαίρι της ανεργίας μου και της ελευθερίας μου και της μοναξιάς μου κύλησε με κολύμπι και με διάβασμα και με video games και με τηλέφωνα και με έρευνα.

Προσπαθώντας να επικεντρώσω την έρευνα κάπου, δοκίμασα να συγκεντρώσω υλικό για το αφεντικό του αδερφού μου, τον ιδιοκτήτη της διαφημιστικής εταιρείας που είχε κι ένα σωρό ύποπτες δραστηριότητες, μια σκοτεινή ενασχόληση με το ποδόσφαιρο, μια σκοτεινότερη ενασχόληση με την Εκκλησία, εξοχικό στη Νίκαια της Γαλλίας και στο Πόρτο Χέλι και ιδιωτικό αεροπλάνο και ήταν κουμπάρος τριών υπουργών (Οικονομικών, Ανάπτυξης, Άμυνας) της τελευταίας δεκαπενταετίας. Ταυτόχρονα, μάζεψα υλικό για τον άνθρωπο που είχε αγοράσει την εταιρεία μας, έναν τύπο στην ηλικία μου, ο μπαμπάς του οποίου είχε εργοστάσιο που έφτιαχνε σωλήνες και έδινε στο γιο λεφτά για να παίζει, και ο γιος είχε αγοράσει όλες τις προβληματικές εταιρείες Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην αγορά, καθώς και ένα πολυκατάστημα, μια αλυσίδα καταστημάτων ηλεκτρονικών ειδών, μια αλυσίδα με σαντουιτσάδικα και μια τράπεζα για να δίνει δάνεια σε όλες τις υπόλοιπες. Σήμερα, σχεδόν όλες αυτές οι εταιρείες έχουν σκάσει, ενώ εκκρεμεί ένταλμα για τη σύλληψή του, καθώς διαφεύγει μαζί με τον πατέρα του στο εξωτερικό. Η εταιρεία με τους σωλήνες πάντως λειτουργεί κανονικά.

Βρήκα δε και ένα συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους δύο, έναν πολιτικό μεγάλου κόμματος, πολύ προβεβλημένο, πρώην υπουργό, ο οποίος είναι κουμπάρος τους: έχει παντρέψει τον ένα και έχει βαφτίσει το γιο του δεύτερου. Τα στοιχεία που βρήκα γι’ αυτόν ήταν μόνο προφορικά, ιστορίες από συναδέλφους που είχαν ασχοληθεί με το ρεπορτάζ των υπουργείων του, και οι οποίοι κάθε φορά που μιλούσαν γι’ αυτόν χλόμιαζαν. Οι δημοσιογράφοι του πολιτικού ρεπορτάζ, να ξέρεις, τις ιστορίες διαφθοράς τις λένε έτσι, εύκολα, όπως λες εσύ το κουτσομπολιό για το ποιος γουστάρει ποια στο γραφείο σου. Επειδή έχουν πολύ συχνή επαφή με τους πολιτικούς, μιλάνε κάθε μέρα στο τηλέφωνο μαζί τους –αυτή είναι η κύρια δουλειά ενός πολιτικού στην Ελλάδα άλλωστε, να μιλάει με δημοσιογράφους στο τηλέφωνο–, μαθαίνουν τα πάντα και τους γνωρίζουν καλά, και γι’ αυτό δεν τους σέβονται καθόλου και πίσω από την πλάτη τους τούς κοροϊδεύουν χυδαία και ασύστολα. Όχι αυτόν όμως. Αυτόν, το χειρότερο λαμόγιο της ελληνικής πολιτικής σκηνής της τελευταίας εικοσαετίας, κι αυτός είναι ένας τίτλος βαρύς, τον φοβούνται. Και δεν τον φοβούνται μόνο οι δημοσιογράφοι, τον φοβούνται και οι εκδότες και οι ιδιοκτήτες των κατασκευαστικών και οι μεγάλες οικογένειες που ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, όλοι αυτοί που τους πολιτικούς τούς βλέπουν συνήθως σαν σαλτιμπάγκους, σαν πειθήνια όργανα. Τον φοβούνται επειδή είναι τόσο ανάλγητος και αδίστακτος και ατρόμητος, επειδή κανείς ποτέ δεν μπορεί να προβλέψει τι μπορεί να κάνει ή πού μπορεί να φτάσει. Ξεφεύγει από τους κανόνες της απλής απληστίας και γι’ αυτό δεν τον εμπιστεύεται κανένας. Ταυτόχρονα όμως, επειδή έχει φροντίσει να φτιάξει το δίκτυό του, τους είναι απαραίτητος για πολλές δουλειές.

Ξέρω πολλά και γι’ αυτόν, όπως και για τους άλλους. Αλλά δεν μπορώ να τα γράψω αυτά.

Αυτοί, οι πολύ γνωστοί και προβεβλημένοι, έχουν κάνει τόσο πολλά και τόσο μεγάλα που η διασταύρωση θα ήταν μια διαδικασία που θα χρειαζόταν χρόνια, και θα χρειαζόταν κανονικές καταγγελίες, έγκυρες μαρτυρίες, να έχω πρόσβαση σε πρόσωπα και χώρους που για μένα είναι μακρινοί και απροσπέλαστοι. Επίσης η σχέση τους με σκοτεινά κέντρα και μαφίες είναι αρκετά ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη, οπότε η πιθανότητα να με βρουν αυτοκτονημένο σε κάποια παραλία, αν το έψαχνα περισσότερο, θα ήταν ρεαλιστική.

Κατάλαβα λοιπόν ότι θα ήταν πολύ πιο σκόπιμο να στρέψω την προσοχή μου σε άλλους στόχους, πιο μικρούς και λιγότερο προβεβλημένους, αλλά εξίσου παραστατικούς και γλαφυρούς. Άρχισα να ρωτάω για το πώς λειτουργούν οι δήμοι και οι δημόσιες υπηρεσίες, πώς διοχετεύουν στους οργανισμούς τους τα λεφτά που παίρνουν από το κράτος τα υπουργεία, πώς εκταμιεύονται τα λεφτά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς τα πού πάνε και πώς χάνονται στο δρόμο, πώς λειτουργούν οι Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, από πού παίρνουν χρηματοδότηση, ποιοι τις έχουν. Οι στόχοι ήταν άπειροι (πόσοι κουμπάροι! άπειροι κουμπάροι!) και ήταν αδύνατο να τους παρακολουθήσω όλους. Έτσι επικέντρωσα σε έναν. Ο Αντρέας Πέρκιζας ήταν θαυμάσια λύση. Ήρθε κι έδεσε.

Όλα αυτά βεβαίως συνέβησαν σταδιακά, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο και το χειμώνα που τώρα πλησιάζει προς το τέλος του, και ενώ ταυτόχρονα είχα και όλα τα υπόλοιπα θέματά μου με τις κρίσεις πανικού και τις γυναίκες και την κατάθλιψη και τη μοναξιά. Ήταν διαδικασία αργή. Και σε κάποιο σημείο έπεσε πάνω σε τοίχο και δεν μπορούσα να προχωρήσω παρακάτω, χρειαζόμουν βοήθεια. Αλλά από πολλές απόψεις αυτή ήταν μια διαδικασία θεραπευτική, ενδιαφέρουσα και διδακτική. Δε μου δημιουργούσε καμία αισιοδοξία για το μέλλον βέβαια. Όσο έψαχνα τόσο πιο πολύ απογοητευόμουν για την ανθρώπινη φύση και το πόσο ποταπή και δόλια είναι. Τα κρυμμένα μυστικά σε μέρη οικεία πάντα έχουν κάποια σχέση με τη βρόμα.

Αλλά και η αυτοεπιβεβαίωση έχει την αξία της, ως αυτοσκοπός.

 

Την τελευταία μου μέρα στο γραφείο, πέρυσι το καλοκαίρι, έμεινα μέχρι αργά, χαιρέτησα όλους τους συναδέλφους, ακόμα κι αυτούς με τους οποίους δε μιλούσα ποτέ, και άκουσα τις ευχές τους μ’ ένα χαμόγελο όχι τελείως ψεύτικο. Μάζεψα τα πράγματά μου (διακοσμητικές βλακείες, περιοδικά, σημειωματάρια, ένα δικό μου mouse) σε μεγάλη πλαστική σακούλα, αντέγραψα το σκληρό μου δίσκο σ’ ένα USB στικάκι, έριξα μια ματιά στο μέρος όπου περνούσα τόσες ώρες για τόσες μέρες τόσων χρόνων, και είπα αντίο. Πριν φύγω, μπήκα στο γραφείο του Ναπολέοντα, που δεν ήταν εκεί, και ζωγράφισα με κιμωλία στον τοίχο του μια τεράστια πούτσα.