ΤΩΡΑ ΒΓΗΚΕ Ο ΗΛΙΟΣ πάλι και οι χιονονιφάδες σκόρπισαν. Τις βλέπω έξω απ’ το παράθυρο να πετάν στα κουτουρού, όπου της έρθει της καθεμιάς, χωρίς στόχο και σχέδιο. Πιο νωρίς, όταν ήταν πιο πολλές, πέφταν κανονικά, πιο ευθύγραμμα, με σκοπό: Ο σκοπός ήταν το έδαφος.

Ήμασταν έξω λίγες ώρες πριν. Στεκόμασταν ακίνητοι και κοιτάζαμε το έδαφος ή τα παπούτσια μας ή τους τάφους ή ένα τάφο συγκεκριμένο και οι νιφάδες έπεφταν γύρω μας και στους ώμους μας και στα μαλλιά και στις ομπρέλες μας, καθεμιά διαφορετική, όλες ίδιες, κι έμεναν για λίγο κολλημένες στις ξένες, ανοίκειες επιφάνειες, και μετά έλειωναν και χάνονταν για πάντα, νοτίζοντας υφάσματα, χαλίκια, μάρμαρα, τρίχες και δέρματα. Τώρα πια είναι λίγες όμως, ασύνταχτες, σαν σαστισμένες, σαν να μην ξέρουν τι πρέπει να γίνει παρακάτω, σαν να μην το πιστεύουν κιόλας ότι κατάφεραν να φτάσουν ως εδώ.

Ταυτίζομαι απόλυτα.

Όπως συνήθως, τ’ αφτιά και τα άκρα μου είναι παγωμένα. Μόλις γύρισα στο σπίτι έβγαλα τα βρεγμένα ρούχα κι έφτιαξα ένα ζεστό τσάι, περισσότερο για να ζεστάνω τα χέρια μου πιάνοντας το φλιτζάνι παρά για να το πιω. Αυτό έγινε πριν από μία ώρα περίπου.

Υπάρχει μια καρέκλα στο σπίτι μου, στην οποία δεν είχα καθίσει ποτέ ως τώρα. Όλοι έχουν μια τέτοια καρέκλα ή πολυθρόνα ή, τέλος πάντων, γωνιά μέσα στο σπίτι τους. Μπορεί να περάσουν χρόνια και να υπάρχει εκεί και να περιμένει, αχρησιμοποίητη. Αργά ή γρήγορα θα παρουσιαστεί όμως μια ευκαιρία και θα κάτσεις, και τότε θα δεις το σπίτι σου από μια γωνία ολοκαίνουργια, και θα σου μοιάσει αλλιώτικο και ξένο. Κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα τώρα, γιατί είναι δίπλα στην μπαλκονόπορτα του δεύτερου υπνοδωματίου του σπιτιού, αυτού που χρησιμοποιώ ως γραφείο, και από εδώ μπορώ ν’ απλώσω τα πόδια μου στον ήλιο που μπαίνει για να ζεσταθούν και να χαζέψω τις ζαλισμένες χιονονιφάδες.

Από αυτό το σημείο βλέπω την ταράτσα της διπλανής πολυκατοικίας με τα σκουριασμένα κάγκελα, τα σύρματα για ν’ απλώνουν οι κυράδες ρούχα, το μικρό ερειπωμένο δώμα με την κεκλιμένη τσίγκινη οροφή, όπου καταλήγει η εσωτερική σκάλα, τον ηλιακό θερμοσίφωνα και βέβαια τα σίδερα για το πανωσήκωμα, σκουριασμένες τετράδες, διάσπαρτες. Πιο μακριά φαίνονται κι άλλες χαμηλές πολυκατοικίες, όλες με ηλιακούς θερμοσίφωνες, άθλια δώματα και σίδερα για πανωσήκωμα, όλες με περισσευούμενο συντελεστή δόμησης, αέρα που δεν πρόλαβε να χτιστεί.

Στο μπαλκονάκι μου βλέπω ένα σκούρο μπλε μούσκεμα χαλάκι που έχει πέσει από τους από πάνω εδώ και μέρες. Γύρω-γύρω μπόλικη βρεγμένη βρόμα, συσσωρευμένη στις γωνίες και γύρω από το σιφόνι. Δεν έχω πλύνει ποτέ αυτό το μπαλκόνι. Ούτε αυτό το τζάμι. Όλα μοιάζουν λίγο θολά.

Μέσα στο δωμάτιο που βρίσκομαι, πέρα από τα συνήθη (το κομπιούτερ, το γραφείο, την ντουλάπα, ράφια), βλέπω για πρώτη φορά ένα αποκεφαλισμένο playmobil και μια κοντόχοντρη βίδα χωμένα κάτω από το υποπόδιο που χρησιμοποιώ όταν κάθομαι στη σωστή καρέκλα, τη σκόνη που έχει συσσωρευτεί στα χαντάκια ενός πολύμπριζου, τη σκόνη που μαζεύεται στο σοβατεπί, στο γείσο.

Τα κρυμμένα μυστικά σε μέρη οικεία έχουν πάντα κάποια σχέση με τη βρόμα, υποθέτω. Έπρεπε να έχω ανακαλύψει νωρίτερα αυτό το σημείο.

Τώρα θα προσπαθήσω να γράψω πώς έγιναν τα πράγματα, όσο ακόμα ο ήλιος, που ζαλίζει τις χιονονιφάδες, μπαίνει από την μπαλκονόπορτα και με ζεσταίνει κάπως. Ήταν μια δύσκολη μέρα και είναι δύσκολες οι λέξεις που πρέπει να γράψω, και θα είναι πιο δύσκολο να τις γράψω με δάχτυλα παγωμένα. Λοιπόν:

 

Θυμάμαι ν’ ακούω μουσική μέσα από ακουστικά που αποτύγχαναν να πνίξουν τη φασαρία του γραφείου, να βλέπω το τηλέφωνο ν’ αναβοσβήνει με την άκρη του ματιού μου, ένα νούμερο στην οθόνη που δεν ήξερα και μετά μια φωνή που μετά βίας αναγνώρισα, κάποιας γυναίκας που δεν ήξερα καλά. Δε θυμάμαι ακριβώς τι μου είπε, αλλά θυμάμαι ότι κατάλαβα από τον τόνο της φωνής της ότι πρέπει κάπου να πάω και κάτι να κάνω αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση, και το κατάλαβα πριν καν μου πει πού πρέπει να πάω και τι πρέπει να κάνω, το κατάλαβα επειδή μου μιλούσε αργά και σταθερά και μελίρρυτα, όπως μιλάνε στα παιδάκια ή στους πολύ ηλικιωμένους, και ταυτόχρονα και λίγο κάτω από την επιφάνεια η φωνή της σαν να έτρεμε, κι αν αυτό το καταλάβαινα μέσα στη φασαρία του γραφείου και μέσα απ’ το τηλέφωνο, τότε μάλλον η φωνή της δεν έτρεμε και πολύ βαθιά κάτω από την επιφάνεια.

Τα επόμενα λεπτά είναι λίγο θολά στη μνήμη μου. Θυμάμαι να οδηγώ ένα αυτοκίνητο κάποιου άλλου για να φτάσω εκεί, αλλά δε θυμάμαι πώς ή τι έγινε στο δρόμο ή αν είχε κίνηση ή φανάρια. Θυμάμαι ότι το κεφάλι μου βούιζε και ότι αισθανόμουν ότι δεν έχω αίμα, ένιωθα τις φλέβες και τις αρτηρίες μου κενές, σαν να είχε εξατμιστεί το από μέσα μου κι όλος ένιωθα άδειος και πολύ ελαφρύς, όπως νιώθεις τον εαυτό σου στα όνειρα.

Η απόσταση δεν ήταν μακρινή. Δεν ήξερα ακριβώς πού πήγαινα, η γυναίκα στο τηλέφωνο δε μου είχε δώσει διεύθυνση ή ακριβείς οδηγίες, αλλά υπέθετα ότι δε χρειάζονταν λεπτομέρειες, ήξερα ότι θα καταλάβαινα όταν θα έφτανα.

Είχα δίκιο. Έφτασα και δεν πάρκαρα, παράτησα το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και βγήκα χωρίς να με νοιάζει. Το σημείο εκείνο έμοιαζε όλο λάθος, σαν μια γωνιά της πραγματικότητας τσαλακωμένη, σαν κάτι μεγάλο και βίαιο να είχε αρπάξει τα πράγματα (το πεζοδρόμιο, το συρματόπλεγμα, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους) και να τα είχε αναδιατάξει τυχαία, λανθασμένα.

Ένα κόκκινο αυτοκίνητο βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Όλο το μπροστινό του μέρος ήταν τσαλακωμένο, συστραμμένο αλλόκοτα, σαν μουσούδα που αποφάσισε να γείρει αριστερά, απότομα, μορφάζοντας. Το παρμπρίζ του έχασκε κενό.

Ένας άνθρωπος καθόταν στο πεζοδρόμιο. Μια γυναίκα γονατιστή κρατούσε ένα πανί πάνω στο κεφάλι του. Το πανί ήταν ματωμένο και το πρόσωπό του ήταν ματωμένο και το πουκάμισό του ήταν ματωμένο. Πιο δίπλα στεκόταν ένα ασθενοφόρο, παρκαρισμένο διαγώνια, παράνομα, το μισό μέσα στο δρόμο. Δεν υπήρχε δρόμος. Δεν υπήρχε κυκλοφορία. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν χωρίς να τρέχουν, αλλά πανικόβλητοι. Κάπου αναβόσβηναν γαλάζια φώτα. Τα πιο μακρινά πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν βοήθεια. Γιατί δεν τον έβαζαν στο ασθενοφόρο;

Παρακάτω στο οδόστρωμα, κοντά στο ασθενοφόρο και δίπλα σε μια ξεχαρβαλωμένη μάζα, που κάποτε μάλλον ήταν ένας φράχτης από συρματόπλεγμα, βρισκόταν ένα εσερικό σύμπλεγμα από σίδερα, το αυτοκίνητό μου. Το αναγνώρισα από την πινακίδα. Το αυτοκίνητό μου ήταν μαύρο, αλλά τα σίδερά του έλαμπαν ασημένια, σαν να έχει ξεγυμνωθεί το από μέσα του, σαν να έχει ξεφλουδιστεί η μπογιά του απότομα, ολόκληρη. Περπατώντας προς τα εκεί κατάλαβα ότι βαδίζω πάνω σε γυαλιά. Παντού υπήρχαν γυαλιά. Το έδαφος ήταν καλυμμένο από μια κριτσανιστή στοιβάδα και το σιδερένιο σύμπλεγμα που ήταν το αυτοκίνητό μου ήταν πασπαλισμένο με θρυμματισμένο γυαλί που βρισκόταν παντού και έμοιαζε με γαλαζωπή ζάχαρη. Πού βρέθηκε τόσο γυαλί; Πού ήτανε κρυμμένο; Ο αερόσακος του συνοδηγού έχασκε σαν τρυπημένο μπαλόνι. Δεν υπήρχε αερόσακος στη θέση του οδηγού.

Έχεις ποτέ κάνει μακροβούτι τόσο μακρύ που τ’ αφτιά σου γεμίζουν νερό και ο ήχος σβήνει εντελώς και, λίγο πριν βγεις στην επιφάνεια, το μόνο που ακούς είναι ένα βουητό, που σχεδόν σίγουρα προέρχεται από μέσα σου, και μετά βγαίνεις και για λίγες στιγμές δεν ακούς και δε βλέπεις και μετά αδειάζεις και τα πράγματα ξαναποκτούν σχήμα και οι ήχοι ορμάνε και ξαναγεμίζουνε τ’ αφτιά σου;

Η στιγμή της συνειδητοποίησης εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, ήταν μία και ήταν ακριβώς έτσι. Εντελώς ξαφνικά, το αίμα μου πλημμύρισε ξανά τις φλέβες και τις αρτηρίες, έπαψα να είμαι ελαφρύς και σαν σε όνειρο και οι εικόνες που έβλεπα γύρω μου συνδέθηκαν μ’ ένα βόμβο και μια λάμψη κι έναν κρότο μέσα στο μυαλό μου και κατάλαβα πού είμαι και τι βλέπω και τι μου είχε πει η φωνή στο τηλέφωνο και γιατί οι άνθρωποι με κοιτάζουν έτσι και γιατί δε βάζουνε τον άνθρωπο εκείνο στο ασθενοφόρο.

Αυτά συνέβησαν πριν από ένα χρόνο ακριβώς: 1η Φεβρουαρίου του 2011.

Δεν είδα ποτέ το πτώμα της γυναίκας μου.