Τώρα βγήκε ο ήλιος πάλι, κι οι χιονονιφάδες σκόρπισαν. Τις βλέπω έξω απ’ το παράθυρο να πετάν στα κουτουρού, όπου της έρθει της καθεμιάς, χωρίς στόχο και σχέδιο. Πιο νωρίς, όταν ήταν πιο πολλές, πέφταν κανονικά, πιο ευθύγραμμα, με σκοπό: Ο σκοπός ήταν το έδαφος. Τώρα είναι λίγες, όμως, ασύνταχτες, σα σαστισμένες, σαν να μην ξέρουν τί πρέπει να γίνει παρακάτω, σαν να μην το πιστεύουν κιόλας ότι κατάφεραν να φτάσουν ως εδώ.
Ταυτίζομαι απόλυτα.
Υπάρχει μια καρέκλα στο σπίτι μου στην οποία δεν είχα καθίσει ποτέ. Όλοι έχουν μια τέτοια καρέκλα, ή πολυθρόνα, ή τέλος πάντων γωνιά μέσα στο σπίτι τους. Μπορεί να περάσουν χρόνια και να υπάρχει εκεί και να περιμένει. Αργά ή γρήγορα θα παρουσιαστεί μια ευκαιρία και θα κάτσεις, και τότε θα δεις το σπίτι σου από μια γωνία ολοκαίνουρια, θα σου μοιάσει αλλιώτικο και ξένο. Κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα τώρα γιατί είναι δίπλα στην μπαλκονόπορτα, και μπορώ να απλώσω τα πόδια μου στον ήλιο για να ζεσταθούν και να χαζεύω τις ζαλισμένες χιονονιφάδες. Επίσης από εδώ βλέπω ένα χαλάκι στο μπαλκόνι που έχει πέσει από τους αποπάνω, ένα αποκεφαλισμένο Playmobil και μια κοντόχοντρη βίδα κάτω από το υποπόδιο στο γραφείο, τη σκόνη που έχει συσσωρευτεί στα χαντάκια ενός πολύμπριζου, τη σκόνη που μαζεύεται στο σοβατεπί, στο γείσο. Τα εναπομείναντα μυστικά σε μέρη οικεία έχουν πάντα κάποια σχέση με τη βρώμα, φαντάζομαι.
Έπρεπε να έχω ανακαλύψει νωρίτερα αυτό το σημείο.
Τώρα θα προσπαθήσω να γράψω πώς έγιναν τα πράγματα πριν ξαναφύγει ο ήλιος. Είναι μια δύσκολη μέρα και είναι δύσκολες οι λέξεις που πρέπει να γράψω παρακάτω, και θα είναι πιο δύσκολο να τις γράψω με δάχτυλα παγωμένα. Λοιπόν:
—
Θυμάμαι να ακούω μουσική μέσα από ακουστικά που αποτύγχαναν να πνίξουν τη φασαρία του γραφείου, να βλέπω το τηλέφωνο ν’ αναβοσβήνει με την άκρη του ματιού μου, ένα νούμερο στην οθόνη που δεν ήξερα, και μετά μια φωνή που μετά βίας αναγνώρισα, μιας γυναίκας που δεν ήξερα καλά. Δεν θυμάμαι ακριβώς τί μου είπε αλλά θυμάμαι ότι κατάλαβα από τον τόνο της φωνής της ότι πρέπει κάπου να πάω και κάτι να κάνω αμέσως, χωρίς καμία καθυστέρηση, και το κατάλαβα πριν καν μου πει πού πρέπει να πάω και τί πρέπει να κάνω, το κατάλαβα επειδή μου μιλούσε αργά και σταθερά και μελίρρυτα, όπως μιλάνε στα παιδάκια ή στους πολύ ηλικιωμένους, και ταυτόχρονα και λίγο κάτω από την επιφάνεια η φωνή της σα να έτρεμε, κι αν αυτό το καταλάβαινα μέσα στη φασαρία του γραφείου και μέσα απ’ το τηλέφωνο, τότε μάλλον η φωνή της δεν έτρεμε και πολύ βαθιά. Ήταν η πιο τρομακτική φωνή του κόσμου.
Τα επόμενα λεπτά είναι λίγο θολά στη μνήμη μου.
Θυμάμαι να οδηγώ ένα αυτοκίνητο κάποιου άλλου για να φτάσω εκεί αλλά δε θυμάμαι πώς ή τι έγινε στο δρόμο ή αν είχε κίνηση ή αν είχε φανάρια. Θυμάμαι ότι το κεφάλι μου βούιζε και ότι αισθανόμουν ότι δεν έχω αίμα, ένιωθα τις ϕλέβες μου και τις αρτηρίες μου κενές σα να είχε εξατμιστεί το απομέσα μου κι όλος ένιωθα άδειος και πολύ ελαφρύς, όπως νιώθεις τον εαυτό σου στα όνειρα.
Η απόσταση δεν ήταν μακρινή. Δεν ήξερα ακριβώς πού πήγαινα, η γυναίκα στο τηλέφωνο δεν μου είχε δώσει διεύθυνση ή ακριβείς οδηγίες, αλλά υπέθετα ότι δεν χρειάζονταν λεπτομέρειες, ήξερα ότι θα καταλάβαινα όταν θα έφτανα.
Είχα δίκιο.
Έφτασα και δεν πάρκαρα, παράτησα το αυτοκίνητο στη μέση του δρόμου και βγήκα χωρίς να με νοιάζει.
Το σημείο εκείνο έμοιαζε όλο λάθος, σα μια γωνιά της πραγματικότητας τσαλακωμένη, σαν κάτι μεγάλο και βίαιο να είχε αρπάξει τα πράγματα (το πεζοδρόμιο, το συρματόπλεγμα, τα αυτοκίνητα, τους ανθρώπους) και να τα είχε αναδιατάξει τυχαία, λανθασμένα.
Ένα κόκκινο αυτοκίνητο βρισκόταν στη μέση του δρόμου. Όλο το μπροστινό του μέρος ήταν τσαλακωμενο, συστραμμένο άλλοκότα, σα μουσούδα που αποϕάσισε να γείρει αριστερά, απότομα, μορφάζοντας. Το παρμπρίζ του έχασκε κενό.
Ένας άνθρωπος καθόταν στο πεζοδρόμιο. Μία γυναίκα γονατιστή κρατούσε ένα πανί πάνω στο κεϕάλι του. Το πανί ήταν ματωμένο και το πρόσωπο του ήταν ματωμένο και το πουκάμισο του ήταν ματωμένο. Πιο δίπλα στεκόταν ένα ασθενοϕόρο. Ανθρωποι πηγαινοέρχονταν χωρίς να τρέχουν, αλλά πανικόβλητοι. Κάπου αναβοσβηναν γαλαζια ϕώτα. Τα πιο μακρινά πεζοδρόμια ηταν γεμάτα κόσμο. Αυτός ο άνθρωπος στο πεζοδρόμιο χρειαζόταν βοήθεια. Γιατί δεν τον έβαζαν στο ασθενοϕόρο.
Παρακάτω στο δρόμο, κοντά στο ασθενοφόρο και δίπλα σε μια ξεχαρβαλωμένη μάζα που κάποτε μάλλον ήταν ένας φράχτης από συρματόπλεγμα, βρισκόταν ένα εσερικό σύμπλεγμα από σίδερα, το αυτοκίνητό μου. Το αναγνώρισα από την πινακίδα. Το αυτοκίνητό μου ήταν μαύρο, αλλά τα σίδερά τού έλαμπαν ασημένια σαν να έχει ξεγυμνωθεί το απομέσα του, σα να έχει ξεφλουδίσει η μπογιά του απ’ τον τρόμο.
Περπατώντας προς τα εκεί κατάλαβα ότι περπατάω πάνω σε γυαλιά. Παντού υπήρχαν γυαλιά. Το έδαϕος ήταν καλυμμένο από μια κριτσινιστή στοιβάδα και το σιδερένιο σύμπλεγμα που ήταν το αυτοκίνητό μου ήταν πασπαλισμένο με θρυμματισμένο γυαλί που ήταν παντού, και έμοιαζε με γαλαζωπή ζάχαρη. Πού βρέθηκε τόσο γυαλί; Που ήτανε κρυμμένο;
Ο αερόσακος του συνοδηγού έχασκε σαν τρυπημενο μπαλόνι. Δεν υπήρχε αερόσακος στη θέση του οδηγού.
Έχεις ποτέ κάνει μακροβούτι τόσο μακρύ που τ’ αυτιά σου γεμίζουν με νερό και ο ήχος σβήνει εντελώς και, λίγο πριν βγεις στην επιφάνεια, το μόνο που ακούς είναι ένα βουητό που σχεδόν σίγουρα προέρχεται από μέσα σου, και μετά βγαίνεις και για λίγες στιγμές δεν ακούς και δε βλέπεις και μετά αδειάζεις και τα πράγματα ξαναποκτούν σχήμα και οι ήχοι ορμάνε και ξαναγεμίζουνε τ’ αυτιά σου;
Η στιγμή της συνειδητοποίησης εκεί, ανάμεσα στα συντρίμμια, ήταν μία και ήταν ακριβώς έτσι.
Εντελώς ξαφνικά, το αίμα μου πλημμύρισε ξανά τις φλέβες και τις αρτηρίες, και έπαψα να είμαι ελαφρύς και σαν σε όνειρο και οι εικόνες που έβλεπα γύρω μου συνδέθηκαν μ’ έναν βόμβο και μια λάμψη κι έναν κρότο μέσα στο μυαλό μου και κατάλαβα πού είμαι και τί βλέπω και τί μου είχε πει η φωνή στο τηλέφωνο και γιατί οι άνθρωποι με κοιτάζουν έτσι και γιατί δεν βάζουνε τον άνθρωπο εκείνο στο ασθενοφόρο.
Αυτά συνέβησαν πριν από ένα χρόνο ακριβώς, 1η Φεβρουαρίου του 2011.
Δεν είδα ποτέ το πτώμα της γυναίκας μου.